ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ Ο ΗΡΩΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

 

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία, στις 29 Αυγούστου 1870, από Ηπειρώτη πατέρα και Κεφαλλονίτισσα μάνα. Αργότερα εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα.

Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα αδέλφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη και την αγάπη σε κάθε αδύνατο πλάσμα. Η 25η Μαρτίου είναι γι΄αυτόν μεγάλη ημέρα και συμμετέχει στον εορτασμό της με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση. Γενικά αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα. Δεν ξεχνά την Ηπειρωτική καταγωγή του και η επιθυμία να ελευθερωθούν τα Γιάννενα φωλιάζει έντονη μέσα του. Ακούει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις παλιές Γιαννιώτικες οικογενειακές περιπέτειες του 1821 που διηγείται ο πατέρας του και η αγάπη του για την πατρίδα γίνεται όλο και πιο δυνατή.

Την εποχή εκείνη στην Κρήτη, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία ξεφυτρώνουν τοπικά επαναστατικά σώματα, τα οποία μάχονταν να ελευθερώσουν τις τουρκοκρατούμενες ακόμη περιοχές. Και από την ελεύθερη Ελλάδα φεύγουν συνεχώς εθελοντές – στρατιωτικοί, επιστήμονες, φοιτητές και μαθητές ακόμη – για να ενισχύσουν τον αγώνα των υπόδουλων. Ταυτόχρονα μεγάλα συλλαλητήρια του λαού πιέζουν την Κυβέρνηση να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και να σταθεί στο πλευρό της Ρωσίας, που ήδη πολεμά με τους Τούρκους. Και ενώ τελικά η επιστράτευση γίνεται και ο στρατός μας συγκεντρώνεται στη Λαμία, υπογράφεται η ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας και η Ελλάδα αναγκάζεται να ησυχάσει πετυχαίνοντας, αμνηστία για τους επαναστάτες της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, χριστιανό διοικητή για την Κρήτη και διπλωματικές υποσχέσεις για το μέλλον! Ο οκτάχρονος Παύλος, αν και δεν καλοκαταλαβαίνει, ζει αυτή την ατμόσφαιρα και ανυπομονεί να μεγαλώσει, για να πολεμήσει.

Και τα χρόνια περνούν. Η Θεσσαλία και η Άρτα προσαρτώνται στο Ελληνικό κράτος (1881) και ο Παύλος ετοιμάζεται για τις εισιτήριες εξετάσεις στη Σχολή Ευελπίδων (1886). Τον Αύγουστο του 1891 ο Παύλος βγαίνει από τη Σχολή Ευελπίδων με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού.

Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή του γνωρίζει τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον Οκτώβριο του 1892. Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο τους παιδί ο Μιχαήλ. Τη χαρά που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του την μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό στρατό κι η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο.

Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας – 12 Νοεμβρίου 1894 -, της μυστικής δηλαδή οργάνωσης που έχει ως σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, ανακουφίζει τον Παύλο και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.

Στις αρχές Μαρτίου του 1897 αναλαμβάνει εμπιστευτική αποστολή της Εθνικής Εταιρείας, που ετοιμάζει σώματα ανταρτών, για να υποστηρίξουν τις επικείμενες πολεμικές επιχειρήσεις. Της Εταιρείας πρόεδρος είναι ο πατέρας του ο Μιχαήλ Μελάς. Στις 5 Απριλίου αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην οικογένειά του στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου. Όμως η αναγγελία της ανακωχής με τηλεγράφημα του πατέρα του είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά.

Μετά από λίγο διάστημα η εκκένωση της Θεσσαλίας από τα Τουρκικά στρατεύματα είναι πλέον γεγονός. Οι Έλληνες όμως που ζουν στις Τουρκοκρατούμενες ακόμη περιοχές υποφέρουν. Στην Ήπειρο και στην Πόλη οι Χριστιανοί τραβούν μαρτύρια και οι φυλακές της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου γεμίζουν από Έλληνες, που συλλαμβάνονται για ανύπαρκτα ή ασήμαντα αίτια. Οι κάτοικοι της Μακεδονίας πλέον έχουν να αντιμετωπίσουν 2 φοβερούς εχθρούς. Αφ ενός τους Τούρκους που αγωνίζονται πάση να κρατήσουν στα χέρια τους την Μακεδονία και αφ ετέρου τις Βουλγαρικές συμμορίες που αρχίζουν να μπαίνουν στη Μακεδονία και να προσπαθούν να εκβουλγαρίσουν τους κατοίκους της περιοχής με ανήκουστες βιαιότητες. Οι κομιτατζήδες σφάζουν άγρια δασκάλους, ιερείς, προεστούς και των Τούρκοι στρατιώτες, ενώ έρχονται να επιβάλουν την τάξη, καταστρέφουν τελείως ό,τι έχει απομείνει.

Τα άσχημα γεγονότα στη ζωή του κάνουν μικρό διάλειμμα με την γέννηση της κόρης του Ζωής.

Τα νέα για τα όσα συμβαίνουν στη Μακεδονία κυκλοφορούν γρήγορα. Ο Παύλος με τον πεθερό του είναι σε συνεχή επικοινωνία με Ηπειρωτικούς και Μακεδονικούς συλλόγους. Αλλά και οι Μακεδόνες που έρχονται στην Αθήνα βρίσκουν πάντα καταφύγιο στο σπίτι του Στέφανου Δραγούμη. Έτσι και οι δύο άνδρες γνωρίζουν με λεπτομέρειες τα όσα τραγικά διαδραματίζονται στη Μακεδονική γη. Ωστόσο ο Παύλος επιθυμεί διακαώς να επισκεφθεί τη Μακεδονία και να αποκτήσει προσωπική αντίληψη, για τα όσα συμβαίνουν εκεί. Αρχικά συγκεντρώνει χρήματα από φίλους για να βοηθήσει τα θύματα να επισκευάσουν τα γκρεμισμένα σπίτια τους, να ντυθούν και για να εφοδιαστούν με όπλα. Ο ίδιος έχει περιορίσει στο ελάχιστο τις ανάγκες του, για να ενισχύσει όσο μπορεί περισσότερο τους κατατρεγμένους.

Το 1902 στο προξενείο Μοναστηρίου διορίζεται υποπρόξενος ο αδελφός της γυναίκας του Ίωνας Δραγούμης με τη συμβουλή των ανωτέρων του “να μη γεννά ζητήματα”. Ο Παύλος νιώθει ιδιαίτερη συγκίνηση, γιατί πιστεύει ότι ο διορισμός του
Ίωνα θα ενισχύσει αφενός τη Μακεδονική άμυνα και θα εμπλουτίσει αφετέρου τη δική του ενημέρωση.

Τον Φεβρουάριο του 1904 επιτέλους αποφασίζει η Ελληνική κυβέρνηση ν΄αποσταλούν με κάθε μυστικότητα στη Μακεδονία τέσσερις Έλληνες αξιωματικοί, οι Κοντούλης, Παπούλας, Κολοκοτρώνης και Μελάς. Οι άδειες που τους δίνονται από το Υπουργείο Στρατιωτικών αφορούν μετακινήσεις τους μέσα στα όρια του Ελληνικού κράτους, ενώ τα διαβατήριά τους εκδίδονται με ψευδώνυμα – Το ψευδώνυμο του Παύλου είναι Μίκης Ζέζας –. Το ψευδώνυμο δημιουργήθηκε από τα ονόματα των δύο παιδιών του Μίκη και Ζωής.

Φθάνοντας στον προορισμό του μετά από ταξίδι μερικών ημερών αρχίζει το έργο του. Ενημερώνεται, ζει με άθλιες συνθήκες, συμπάσχει, παρηγορεί και εμψυχώνει. Συνεχίζει απτόητος και ακούραστος, όταν καλείται με έγγραφη διαταγή να επιστρέψει στην Αθήνα λόγω Τουρκικών αντιδράσεων.

Στα τέλη του Ιουνίου του 1904 δύο πρόσωπα από την Κοζάνη τον επισκέπτονται και αφού του ανακοινώνουν ότι έχουν ετοιμάσει την άμυνά τους, παρακαλούν να μεσολαβήσει ώστε να τους σταλούν Έλληνες αξιωματικοί , για να τη διευθύνουν πιο συστηματικά. Παράλληλα όμως του αποκαλύπτουν ότι όλοι επιθυμούν έντονα να τον ξαναδούν κοντά τους. Και ο Παύλος συγκινημένος τους υπόσχεται αμέσως ότι γρήγορα θα βρεθεί στον Κοζάνη, για να τους οργανώσει. Μάταια σε λίγο οι δικοί του προσπαθούν να τον μεταπείσουν.

Έτσι στις 9 Ιουλίου παίρνει εικοσαήμερη άδεια από το διοικητή του και μυστικά και μεταμορφωμένος σε χωρικό αναχωρεί τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας για την καινούρια του αποστολή, που έχει αποφασίσει μόνος του. Μετά από ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι φθάνει στην Κοζάνη στις 19 Ιουλίου. Στις αλλεπάλληλες και με μεγάλη μυστικότητα και προσοχή συναντήσεις που έχει με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη αρχικά και στη Σιάτιστα στη συνέχεια συμβουλεύει, καθοδηγεί, οργανώνει. Προτείνει να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της Άμυνας, να διενεργούν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να ενισχύουν το φρόνημα και το ηθικό των άτολμων και δειλών, και η Εκκλησία, όπως πάντα, να συμπαραστέκεται, να προστατεύει και να ενισχύει με κάθε τρόπο.

Η εικοσαήμερη όμως άδειά του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτησή του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Αναγκάζεται λοιπόν να επιστρέψει ικανοποιημένος από το έργο του και αποφασισμένος, αφού εκθέσει στον πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταση, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα και να επιστρέψει ν΄αγωνισθεί μαζί τους. Με αυτά τα σχέδια φθάνει στις 3 Αυγούστου στην Αθήνα και αφού ζει για λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, αρχίζει πάλι τις ετοιμασίες για τη Μακεδονία.

Οι συνθήκες τώρα για την ενίσχυση του Μακεδονικού αγώνα είναι πολύ καλύτερες. Ο Λάμπρος Κορομηλάς είναι γενικός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, η εργασία των αξιωματικών στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία είναι συστηματοποιημένη, οι δισταγμοί και τα εμπόδια έχουν παραμεριστεί και το κυριότερο ο Παύλος αναλαμβάνει τη γενική αρχηγία των σωμάτων στις περιφέρειες Μοναστηριού και Καστοριάς

Στις 18 Αυγούστου 1904 αποχαιρετά τη γυναίκα του για τρίτη και τελευταία, όπως της υπόσχεται, φορά και με τις γνωστές ήδη δυσκολίες φθάνει στη Μακεδονία στις 27 του ίδιου μήνα με τριάντα περίπου άνδρες. Για λόγους ασφαλείας επισκέπτεται νύχτα την Καστοριά, της οποίας ο θαρραλέος μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης είναι η ψυχή της περιφέρειας όλης, και καταλήγει με τους άνδρες του στη μονή Τσιριλόβου, όπου τους φιλοξενούν. Οι Μακεδόνες μαθαίνοντας την άφιξή τους ανασαίνουν, ενθουσιάζονται, τους βλέπουν ως σωτήρες. Στις επιδιώξεις του Παύλου – του καπετάν Μίκη Ζέζα στο εξής – και των ανδρών του είναι και η σύλληψη και η τιμωρία των Ελλήνων προδοτών που συμπράττουν με τους κομιτατζήδες. Η οργάνωση προχωρεί με επιτυχία και αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος ο φόβος των Βουλγάρων και των προδοτών, οι οποίοι ορμούν στα άοπλα χωριά και καίνε, βασανίζουν, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν αρχίζοντας κυρίως από της ιερείς, τους δασκάλους, τους προεστούς που είναι η πηγή της αντίστασης. Η φήμη του ξαπλώνεται σε όλη την περιφέρεια. Πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται και του φέρνουν τα παιδιά τους να του φιλήσουν το χέρι. Όλες αυτές οι εκδηλώσεις τον συγκινούν βαθιά και γεμάτος έλεος για τις μικρότητες που βλέπει γύρω του, συνεχίζει με αγάπη και ενθουσιασμό τη δύσκολη αποστολή του.

Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των Βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις γι΄αυτό το σταθμό του φίλου και υπαρχηγού του Νίκου Πύρζα, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει Τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: “Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον”. Αυτή η απόφαση του θα είναι γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι από κομιτατζή για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραυματίζεται σοβαρά. Κι ενώ τρέχουν να βοηθήσουν, μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα - “Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τούς πεις ότι το καθήκον μου έκαμα”. Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Όλοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε “πονώ” πότε “σκοτώστε με” και πότε τα ονόματα των παιδιών του “Μίκη, Ζωή”. Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη“πονώ” αφήνει την τελευταία του πνοή.

Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο Ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον Ίωνα Δραγούμη, κουνιάδο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του. Σύμφωνα με αυτές ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιστα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του. Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό Τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο. Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904. Επειδή όμως οι Τούρκοι από δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου πληροφορούνται τα σχετικά με το θάνατό του και την ταφή του Παύλου, επανέρχονται στη Στάτιστα και μετά από προσεκτικότερη έρευνα ανακαλύπτουν το ακέφαλο σώμα του. Με τη μεσολάβηση όμως του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού μεταφέρεται στην πόλη, όπου με θρήνους, και ενώ χοροστατεί ο Γερμανός, κηδεύεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του Βυζαντινού Ιερού Ναού των Ταξιαρχών. Αργότερα, το 1950, μεταφέρεται και η κεφαλή στο σώμα και έτσι όλο το σκήνωμα του Παύλου Μελά βρίσκεται τώρα στην Καστοριά. Πλάι του μάλιστα ύστερα από δική της επιθυμία αναπαύεται και η γυναίκα του Ναταλία.

Το όνομά του γίνεται σύμβολο του Μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός αξιωματικών και πολιτών σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνουν τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της. Τη θυσία του υμνεί το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς. Αλλά και η πατρίδα τιμώντας τον τον αναγνωρίζει ως εθνικό ήρωα και τη Στάτιστα, το χωριό όπου σκοτώθηκε, την ονομάζει “Παύλος Μελάς”.

Η Πηνελόπης Δέλτα στο βιβλίο της  “Στα μυστικά του Βάλτου” λέει:

“Σαν τέτοια ώρα στο βουνό, ο Παύλος πληγωμένος
μεσ’ το νερό του αυλακιού ήτανε ξαπλωμένος.
Για σύρε, Δήμο μου πιστέ, στην ποθητή πηγή μου
και φέρε μου κρύο νερό να πλύνω την πληγή μου.
Σταλαματιά το αίμα μου, για σε Πατρίς, το χύνω,
για να΄χεις δόξα και τιμή, να λάμψεις σαν τον κρίνο.
Είν΄η Ελλάδα μας μικρή, μικρή και ζουλεμένη,
μα ελευθερία έχει πολλή! Μες στο κλουβί δεν μπαίνει!
Παύλος Μελάς κι αν πέθανε, τ΄ αδέλφια του ας ζήσουν,
αυτά θα τρέξουνε μαζί για να τον αναστήσουν!”

designed by: Κώστας Χριστοδούλου