Δυο διαφορετικές, μα και οι δυο συγκλονιστικές, Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

 

 "ΤΟ ΦΙΔΙ ΣΤΗ ΦΑΤΝΗ"

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.


«Η Ζέφη, δασκάλα στο Σχολείο των Κωφών, τριάντα πέντε ετών, δυο χρόνια χωρισμένη, οδηγεί το Φιατάκι της, ανεβαίνει στις κοντινές, χιονισμένες λοφοπλαγιές έχοντας δίπλα της, στη θέση του συνοδηγού, τον κουβά. Οδηγεί σχετικώς ψύχραιμα – σκέφτεται: πόσες πιθανότητες είχε αυτό να συμβεί;
Ξεκίνησε σήμερα πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, μαζί με το παιδί, το αγοράκι της τον Χρήστο, που είναι δυόμισι χρόνων, και φτάσανε στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσουν, να γυρίσουνε και μετά να πάνε να κοινωνήσουν. Πήρε η Ζέφη ένα καρότσι απ’ τη σειρά, κι άρχισε να βάζει μέσα τρόφιμα. Στο τέλος σκέφτηκε να πάρει και ένα μικρό τσουβάλι πατάτες – τις θυμήθηκε βλέποντας τα σακιά στη γωνιά. Μικρά τσουβαλάκια από κίτρινο νάιλον, δικτυωτό. Πήρε ένα σακί, το έβαλε πάνω απ’ όλα τα τρόφιμα μέσα στο καρότσι, και μετά, σήκωσε το παιδί και το απόθεσε πάνω στο τσουβάλι, κάτι που πάντα του άρεσε όταν πηγαίνανε στο σούπερ μάρκετ. Το ’βλεπε σαν βόλτα. Ο μικρός χοροπηδούσε πάνω στο τσουβαλάκι και χαιρόταν – η Ζέφη έκανε μερικές γύρες ακόμα μήπως ξέχασε τίποτε. 
Κουβάλησε τα ψώνια στο σπίτι κάπως γρήγορα για να προλάβουνε να πάνε και στην εκκλησία. Το παιδί, με το που ξαναμπήκανε στο αμάξι άρχισε να κλαίει. Με ένα περίεργο κλάμα. Η Ζέφη το καθησύχαζε, νόμιζε ότι ήταν η συνηθισμένη γκρίνια του. Το μάλωνε, το χάιδευε. Εκείνο σώπαινε και μετά άρχιζε πάλι να κλαίει.
Απ’ την στιγμή που μπήκαν στο Nαό, το παιδί αποχαλινώθηκε. Το κρατούσε η Ζέφη στην αγκαλιά σφιχτά και δεν μπορούσε να το κάνει ζάφτι. Χτυπιότανε, τσίριζε, ούρλιαζε, έκλαιγε. Κάτι ήθελε να πει και δεν τα κατάφερνε. Ο κόσμος ενοχλούνταν αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα – είχε πλησιάσει η ώρα της μετάληψης. Η σειρά είχε στηθεί κιόλας μπροστά τους και ο παπα–Μακάριος της εκκλησιάς του Αγίου Χαραλάμπους, ιερέας ψηλός, με ευγενική μορφή, σοβαρός, με βαθιά, υπέροχη φωνή, είχε βγει με το Άγιο Δισκοπότηρο και με το κουταλάκι και είχε αρχίζει να μεταλαβαίνει τον κόσμο.
Όσο μίκραινε η σειρά τόσο το παιδί αλλοφρονούσε. Ξέφυγε, μια στιγμή, απ’ τη μάνα του, έπεσε κάτω με δαρμοσπασμούς και μαγουλοσύρθηκε στο δάπεδο του Nαού. Αλλά όλοι έκαναν υπομονή – σκέφτονταν πως το παιδί κάτι έχει και το έφερνε η μάνα του να μεταλάβει, μήπως και βοηθηθεί. Δυσανασχετούσαν, γύριζαν το κοίταζαν αλλά δεν μιλούσαν – κάποιος είπε χαμηλόφωνα τη λέξη «δαιμονισμένο».
Ο ιερέας είχε εντοπίσει από νωρίς το παιδί και το παρατηρούσε κάθε τόσο, εντελώς γαλήνιος.
Φτάσανε στα δυο βήματα. Η Ζέφη κράτησε το παιδί πιο γερά, προσεκτικά.
Ο παπάς έτεινε το κουταλάκι με την Mεταλαβιά – ο μικρός Χρήστος ήρθε σε παραλήρημα, χτυπιότανε ολόκληρος, τραβιότανε πίσω, δεν ήθελε. Κι όπως ο ιερέας έσκυψε λίγο παραπάνω, χτυπάει, το παιδί, μια, με το χέρι του και με απρόσμενη δύναμη, το Άγιο Δισκοπότηρο, το ρίχνει κάτω και όλη η μετάληψη χύνεται στο πάτωμα της εκκλησίας κι απλώνεται σαν μεγάλη κηλίδα αίμα – όσοι περίμεναν στην σειρά είδαν την εικόνα αυτή κι ένιωσαν σαν να δέχτηκαν μια μαχαιριά στο στήθος.
Η Ζέφη άρχισε να κλαίει. Τραβήχτηκε με το παιδί πιο εκεί και κάθισε σε ένα στασίδι κρατώντας το αγκαλιά.
Ο παπάς, ήρεμος πάντα, γαλήνιος, σήκωσε κι άφησε πίσω του σε ένα τραπεζάκι το Άγιο Δισκοπότηρο και το κουταλάκι και έπεσε στα τέσσερα. Σύρθηκε στο δάπεδο κι άρχισε να γλείφει τη μετάληψη μαζί με τα σκουπίδια και τα χώματα, τη σκόνη και τα υπολείμματα των παπουτσιών του κόσμου. Σχολαστικά, επίμονα, σαν ατάιστο σκυλί. Πόντο-πόντο, γουλιά-γουλιά, γιατί το δόγμα απαγορεύει να σκουπίσεις το αίμα του Χριστού. Το ήπιε όλο ο ιερέας. Μετά στάθηκε να ξεκουραστεί. Ξάπλωσε μπρούμυτα, εξουθενωμένος. Έμεινε έτσι ακίνητος, για λίγο, μέσα στην βουβή εκκλησία, σαν θα ’λεγες, για να κοιμηθεί, εκεί, στο δάπεδο, επιτόπου.
Όλοι κρατούσανε την αναπνοή τους. Κοιτούσανε σαν χαμένοι.
Ο παπάς ανασηκώθηκε, αργά, σαν να ξύπνησε. Ξεσκόνισε τα ιερά του άμφια, κι έκανε ήρεμα το σταυρό του, μουρμουρίζοντας.
«Η γέννησή σου, Χριστέ ο Θεός...»
Έριξε μια πλάγια ματιά στο παιδί που ησύχαζε στην αγκαλιά της μάνας του. Ύστερα έστρεψε κι έφερε απ’ το Ιερό ένα μπουκάλι γεμάτο με καθαρό οινόπνευμα και το έριξε ραντιστά στο δάπεδο, σ’ όλο το μέρος όπου είχε πέσει η μετάληψη. Μετά έβγαλε απ’ τα ράσα του σπίρτα, άναψε ένα κι έβαλε στο οινόπνευμα φωτιά, που τινάχτηκε ψηλά, με ένα μπαφ! μέσα στον ναό, προς τον τρούλο, φωταγωγώντας τον.
Το εκκλησίασμα τραβήχτηκε τρομαγμένο προς τα πίσω, φρικίασε.
Ο ιερέας έκαψε ό,τι απόμεινε απ’ την μετάληψη στο δάπεδο, ενώ δεν άφηνε κανέναν να πατήσει εκεί, πριν σβήσει η φλόγα, πριν καθαριστεί απόλυτα το μέρος, εντελώς.
Με το που έσβησε μόνη της, σιγά σιγά, η φωτιά, ο παπάς πήγε μέσα στο Άγιο Βήμα, να βάλει φρέσκο κρασί και ψίχα στο Δισκοπότηρο, για να συνεχίσει την μετάληψη – εκείνη τη στιγμή η Ζέφη ένιωσε το παιδί να λιποθυμάει στην αγκαλιά της. Έβγαλε μια κραυγή, βγήκε τρέχοντας έξω, μπήκε στο αυτοκίνητο και οδηγώντας με άγχος, κλαίγοντας, τράβηξε προς το Κέντρο Υγείας, που ευτυχώς δεν απείχε πάνω από ένα πεντάλεπτο. Οι γιατροί πήραν το παιδί μέσα γρήγορα, το εξέτασαν – δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Μια νοσοκόμα το γύμνωσε και τότε είδε ένας γιατρός στο αριστερό μπούτι του παιδιού τις δυο μικρές τρύπες και το μεγάλο οίδημα γύρω γύρω.
– Φίδι, είπε. Το δάγκωσε φίδι. Οχιά!
Του έκανε αμέσως ένεση ατροπίνης και το έβαλε στον ορό. Το παιδί ήταν σε κώμα.
– Πρέπει να φύγει αμέσως για το νοσοκομείο, είπε ο γιατρός. Κινδυνεύει, το δηλητήριο έχει προχωρήσει.
Πήραν γρήγορα το αγοράκι με το ασθενοφόρο – η Ζέφη το συνόδευσε. Έκλαιγε, σπάραζε.
Προς το μεσημέρι άρχισε σιγά-σιγά το παιδί να συνέρχεται. Αλλά το κράτησαν εκεί, στο νοσοκομείο, προληπτικά.
Η Ζέφη γύρισε σπίτι. Μπήκε στην κουζίνα – τα φωτάκια απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο παραληρούσαν ρίχνοντας χρωματιστές, διακεκομμένες δέσμες σ’ όλο το σπίτι. Και βλέπει την γάτα τους (που τόσο την αγαπάει ο μικρός) να είναι μπροστά στο τσουβαλάκι με τις πατάτες που ψώνισε το πρωί, με σηκωμένη τρίχα και να το κοιτάζει επίμονα. Η Ζέφη παρατηρεί, τότε, κάτι να κινείται μέσα στο σακί – μετά διακρίνει την μικρή οχιά: να κουλουριάζεται και να κρύβεται καλύτερα. Η γάτα πλησιάζει και με μιαν αστραπιαία κίνηση χτυπάει το φίδι, που πετάγεται στο δάπεδο. Το νυχιάζει ακόμα μερικές φορές, παίζοντας, κι όχι για να το σκοτώσει. Η Ζέφη ανατρίχιασε ολόκληρη. Πάει και παίρνει τη μασιά απ’ το τζάκι για το λιώσει. Αλλά, τελευταία στιγμή, μετανιώνει. Το λυπάται. Παγώνει. Και θυμάται ότι είναι Χριστούγεννα σήμερα. Κι αυτό, ένα πλάσμα Θεού – μάνα το γέννησε. Στέκει αμήχανη. Μετά πάει, φέρνει μια μεγάλη πετσέτα, την πετάει πάνω του – είναι λιποθυμισμένο. Το αρπάζει μαζί με την πετσέτα και το βάζει σ’ έναν κουβά. Από πάνω χώνει σφιχτά, πατικώνει και το βαρύ μπουρνούζι της.
Και τώρα ανεβαίνοντας με το αυτοκίνητο, μακριά απ’ τον οικισμό, στις μισοχιονισμένες λοφοπλαγιές του Χορτιάτη, σταματάει. Διστάζει. Βλέπει γύρω. Χιόνια κι ερημιά. Ψυχή δεν βλογάει πουθενά. Ανοίγει το τζάμι του συνοδηγού, παίρνει τον κουβά και τον αδειάζει απέξω, πετσέτα, μπουρνούζι και φίδι μαζί – ένα ρίγος τρέχει στην πλάτη της. Μετά σκύβει δισταχτικά και βλέπει την οχιά να σέρνεται μαιανδρίζοντας ζαβά, ζαλισμένη ακόμα, και να χώνεται σε ένα θάμνο. Σκέφτεται πως το φίδι θα είχε μπει στο τσουβαλάκι μετά την ενσάκκιση, κι είχε πέσει, κρυμμένο στις πατάτες, σε χειμερία νάρκη. Με το που κάθισε πάνω το παιδί, η οχιά ζεστάθηκε, ξύπνησε, ζορίστηκε και... Βγάζει η Ζέφη το κινητό, να τηλεφωνήσει στον τέως άντρα της – το αναβάλλει.
Στρίβει και τραβάει προς την εκκλησιά, πριν ξαναπάει στο νοσοκομείο. Μπαίνει πάλι στην πόλη. Κόσμος πολύς στους δρόμους, κρατώντας ψώνια, χαρούμενος. Φωταψία παντού. Αστράφτουνε, ανύποπτες, οι βιτρίνες, τρέχουν, αμέριμνα, τα παιδιά φωνάζοντας, γλιστρώντας, πετώντας μεταξύ τους χιονόμπαλες.
Η Ζέφη μπαίνει στο Nαό. Προχωρεί, παίρνει κι ανάβει ένα κερί. Νιώθει εντελώς μόνη, αδύναμη, άδεια. Στο έλεος. Βουρκώνει – μετά τα μάτια της αρχίζουνε να τρέχουνε ανεξέλεγκτα. Και τραυλίζοντας ψιθυρίζει, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, απ’ την εφηβεία της, αυθόρμητα, ασυναίσθητα, τις ξεχασμένες λέξεις:
«Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει...».

Το διήγημα γράφτηκε από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη και εικονογραφήθηκε από τον Μιχάλη Μαδένη 
για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της «Καθημερινής», 25 12 2009.

Πηγή:http://proskynhths.blogspot.gr/search/label/%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%B1

 

Από τους διωγμούς των Χριστιανών στη Ρωσία

 

Η ιστορία που ακολουθεί διαδραματίστηκε την εποχή ακριβώς που ο κομμουνισμός μεσουρανούσε στην Αγία Ρωσία και οι χριστιανοί ορθόδοξοι δέχονταν κάθε είδους δίωξη - τις πιο πολλές φορές μάλιστα τον θάνατο.

Ήταν η εποχή που τρόμος και φόβος κυριαρχούσε αφού η ανακάλυψη και μόνο ότι ένας πίστευε σήμαινε εκτέλεση ή στέρηση κάθε δικαιώματος.

Οι Ορθόδοξοι όμως χριστιανοί στην αχανή Ρωσία δεν μπορούσαν εύκολα να αρνηθούν την πίστη τους αφού για τόσες εκατονταετίες η Εκκλησία ήταν η ελπίδα και το παν για τη ζωή τους, για την ύπαρξή τους, για την ιστορία τους, για την καταγωγή του, για τη γλώσσα τους. Με άλλα λόγια η Ορθοδοξία τούς έκανε ανθρώπους.

Βρισκόμαστε στα 1920 παραμονές των Χριστουγέννων έξω από την πόλη του Χάρκωβ σ’ ένα μεγάλο χωριό που ονομαζόταν Γράτζαινα.

Εκεί οι κάτοικοι του χωριού αυτού ήθελαν να γιορτάσουν τη μεγάλη γιορτή του Χριστιανισμού με θεία λειτουργία για να μπορέσουν να κοινωνήσουν κιόλας.

Να όμως που και η εύρεση ιερέα τότε ήταν δύσκολη, γιατί τους πολλούς τους είχαν κατασπαράξει οι μπολσεβίκοι.

Και οι λίγοι που έμειναν κρύβονταν και δεν κυκλοφορούσαν εύκολα για να αποφύγουν τον θάνατο.

Εκεί, λοιπόν, σ’ αυτό το χωριό ξεχώριζε ανάμεσα στους χριστιανούς κι ένας νέος λεβέντης που διακρινόταν για την ευσέβεια και την πίστη του στον Θεό αλλά και για την τόλμη του. Γι’ αυτό και τον φώναζαν όλοι οι συγχωριανοί του «Ιβάν ο φίλος του Χριστού».

Στην πόλη του Χάρκωβ έμενε ένας προχωρημένης ηλικίας ιερέας, ο παπα-Πελάγιος, τον οποίο όμως επιτηρούσαν οι μπολσεβίκοι σ’ ένα έτοιμόρροπο σπίτι στην οδό Τσάρου Αλεξάνδρου (την κάποτε).

Ο Ιβάν επειδή έβλεπε ότι οι χριστιανοί ποθούσαν πολύ να κάνουν λειτουργία τη μέρα των Χριστουγέννων ήθελε να τους ικανοποιήσει.

Γι’ αυτό και ήλθε κρυφά σε συνεννόηση με τον παπα-Πελάγιο. Έδωσαν ραντεβού έξω από το Χάρκωβ, όπου θα τον περίμενε ο Ιβάν με το έλκηθρό του, μέσα στο κρύο και στα χιόνια.

Στην ορισμένη ώρα δηλ. στις οκτώ και μισή το βράδυ φάνηκε, σχεδόν αγνώριστος, ο παπα-Πελάγιος, κουκουλωμένος από το κεφάλι ως τα πόδια και μ’ ένα ραβδί στο χέρι, να προχωρεί αργά και σταθερά μέσα στην παγωνιά.

Έτσι, αφού βεβαιώθηκαν και οι δύο – ο Ιβάν και ο παπα-Πελάγιος – ότι δεν τους παρακολουθούσε κανένας, ανέβηκαν στο έλκηθρο και σαν αστραπή χάθηκαν μέσα στη νύκτα, με κατεύθυνση προς βορρά, αντίθετα με την πόλη.

Τα Σοβιέτ, όμως, δεν άφησαν τόσο εύκολα τον παπα-Πελάγιο να κινείται. Έστειλαν κάποιον μεγαλόσωμο κατάσκοπο, για να τον παρακολουθήσει, επειδή ήξεραν ότι τα Χριστούγεννα κάπου θα τον καλούσαν οι χριστιανοί για να τους λειτουργήσει.

Ο αστυνομικός αυτός, μόλις αντιλήφθηκε τις κινήσεις του παπα-Πελάγιου μαζί με τον άγνωστο νεαρό, έτρεξε στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό και έδωσε το σήμα κινδύνου.

Αμέσως διετάχθησαν δύο μεγάλα έλκηθρα μαζί με τέσσερις οπλισμένους στρατιώτες και τον κατάσκοπο, για να ακολουθήσουν τον παπα-Πελάγιο και τον οδηγό του.

Αυτοί έτρεχαν με τόση ταχύτητα, αφού κατόρθωσαν να βρουν τα ίχνη του πρώτου έλκηθρου, έτσι που θα νόμιζε κανείς ότι σε λίγο θα τους έφταναν.

Ο παπα-Πελάγιος και ο Ιβάν δεν πήραν καν είδηση ότι τους κατεδίωκαν αλλά από τη σκέψη και μόνο μήπως τους κυνηγούσαν, έτρεχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, για να φθάσουν στον προορισμό τους.

Μέσα στη νύκτα εκείνη τη χριστουγεννιάτικη και ιστορική ο παπα-Πελάγιος, συγκινημένος από τις στιγμές που θα ζούσε σε λίγο με τους χριστιανούς, τον έβγαλε μέσα από τον κόρφο του ένα μεγάλο σταυρό του αγιασμού και με τρεμάμενη φωνή, άρχισε να ψάλλει: «Σταυρός, ο φύλαξ πάσης της οικουμένης ∙ σταυρός, η ωραιότης της Εκκλησίας ∙ σταυρός, βασιλέων το κραταίωμα ∙ σταυρός, πιστών το στήριγμα ∙ σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα ...».

Η συγκίνηση και των δύο συνοδοιπόρων ήταν δικαιολογημένη, καθώς διέσχιζαν λόφους πάνω και κάτω.

Εκεί κάπου ο Ιβάν σταματά ξαφνικά και κρεμάει έξω από το έλκηθρο και προς τα πίσω του ένα πλατύ σανίδι οδοντωτό, που το είχε δέσει από τις δύο άκρες του στο έλκηθρο και συνέχισαν τον δρόμο με απότομη στροφή, αλλάζοντας κατεύθυνση στα δεξιά των λόφων.

Η εξήγηση που έδωσε ο Ιβάν στην ερώτηση του παπα-Πελάγιου ήταν για να αποφύγουν τη συνάντησή τους με τους λύκους αλλά και να συγχύσουν εκείνους που τους παρακολουθούσαν είπε μυστικά τη σκέψη του...

Ενώ προχωρούσαν μέσα στο σκοτάδι, άκουσε ξαφικά πυροβολισμούς που έφταναν από τον χώρο που μόλις προ ολίγου είχαν περάσει. Τότε κατάλαβαν ότι τους ακολουθούσαν στρατιώτες.

Τότε, ο Ιβάν με νέα δυνατά τώρα μαστιγώματα στο άλογό του, που τους τραβούσε το έλκηθρο, έγινε άφαντος, με τη σιγουριά ότι τώρα κανείς δεν μπορούσε να τους ακολουθήσει, αφού άρχισε να χιονίζει και έτσι τα ίχνη τους δεν έμεναν πάνω στο χιόνι.

Εξάλλου οι πυροβολισμοί σταμάτησαν και κάπως υποψιάστηκαν ότι οι στρατιώτες συγκρούστηκαν με λύκους, ακριβώς εκεί στο δάσος που ο Ιβάν άλλαξε την πορεία του.

Αφού προχώρησαν ακόμα μια ώρα δρόμο έφθασαν, τέλος, σε μια κοιλάδα που την κάλυπταν μικροί χιονισμένοι θάμνοι.

Εκεί, κάπου μέσα σ’ ένα στενό, σταμάτησε το έλκηθρο και σύντομα μαζεύτηκαν οι χριστιανοί που αγωνιούσαν να λειτουργηθούν εκείνη τη χριστουγεννιάτικη νύκτα.

Ο παπα-Πελάγιος, κουρασμένος, κατέβηκε από το έλκηθρο, όπου τον περίμεναν και τον υποδέχθηκαν με δάκρυα χαράς οι ευσεβείς χριστιανοί της Γράτζαινας.

Του φίλησαν ένας – ένας το χέρι, πήραν την ευλογία του και του ετοίμασαν τον αχυρώνα, όπου θα τους τελούσε σε λιγο τη θεία λειτουργία. Μέσα στο τρεμάμενο φως λίγων κεριών και ανάμεσα στα άχυρα που θύμιζαν τη φάτνη που γεννήθηκε ο Χριστός, στήθηκε ένα πρόχειρο τραπέζι που ήταν σκεπασμένο με λευκό σεντόνι.

Εκεί, σε λίγο, ο παπα-Πελάγιος αφού μίλησε στην αρχή για τη μεγάλη εκείνη στιγμή, ενθαρρύνοντας ταυτόχρονα τους πιστούς που ήταν περίπου καμιά σαρανταριά άτομα, έβαλε το «Ευλογητός».

Η λειτουργία τελέστηκε μέσα σε μια πρωτοφανή κατάνυξη και στο «Χριστός Γεννάται» νόμιζε κανείς ότι άγγελοι κατέβηκαν από τους ουρανούς και μαζί με τους πιστούς υποδέχονταν τον Σωτήρα του κόσμου.

Μια λειτουργία που θύμιζε ακόμα την εποχή των μεγάλων διωγμών. Όλοι με δάκρυα στα μάτια μετάλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων και στο τέλος, πρώτος ο παπα-Πελάγιος, γονατιστός μπροστά στην Αγία Τράπεζα και μαζί του όλοι οι πιστοί, είπε απλά και ήρεμα μια προσευχή που έβγαινε από τα βάθη της καρδιάς του: «Θεέ μου Πολυεύσπλαχνε, Κύριε Ιησού Χριστέ, Εσύ που έγινες άνθρωπος. για να σώσεις τον κόσμο από την αμαρτία και τον θάνατο, Εσύ που είσαι Άγιος και Πολυεύσπλαχνος Βασιλιάς, άκουσε εμένα τον αμαρτωλό και αχρείο δούλο Σου και μαζί τούς ευρισκόμενους εδώ απόψε χριστιανού και δώσε μας το πλούσιο έλεός Σου... Ξέρουμε, Κύριε, ότι υποφέρουμε όλα αυτά τα δ εινά για τις πολλές μας αμαρτίες. Έτσι, Κύριε, δίκαια πάσχουμε, γιατί δεν μετανοήσαμε και παραδοθήκαμε στα έργα τα πονηρά. Συγχώρεσέ μας, Κύριε, Σε ικετεύουμε, αφού θέλουμε να επιστρέψουμε όπως τον άσωτο και την πόρνη ...».

Οι πιστοί, με δάκρυα στα μάτια, ένωσαν τις καρδιές τους με τις παρακλήσεις του παπα-Πελάγιου και απαντούσαν με συντριβή: «Κύριε ελέησον».

Τώρα, ύστερα από ένα απλό ζεστό τραπέζι αγάπης που ήταν το επιστέγασμα της ευχαριστηριακής αυτής σύναξης και αφού ο παπα-Πελάγιος μίλησε για υπομονή, πίστη, ελπίδα και εγκαρτέρηση, ήλθε η ώρα για το ταξίδι της επιστροφής.

Ένας-ένας οι πιστοί, με πάσαν μυστικότητα, μέσα στο τσουχτερό εκείνο βράδυ, αναχωρούσαν αλλά μέσα τους τώρα είχαν τον Χριστό.

Τι να φοβηθούν; Και ο παπα-Πελάγιος μαζί με τον Ιβάν ανέβηκαν στο έλκηθρο και χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι σαν να ήταν όνειρο...

Εκεί στην καμπή των λόφων που άλλαξαν πορεία, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα οικτρό θέαμα. Πάνω στα χιόνια είδαν διάσπαρτα κόκκαλα ανθρώπων και λύκων, όπλα, ένα κατεστραμμένο έλκηθρο και τότε κατάλαβαν και ανατρίχιασαν. Τότε κατάλαβαν ότι τους παρακολουθούσαν.

Στη θέα και με τη μυρωδιά του αίματος, το άλογο αφηνίασε και δεν ήταν δυνατό να το σταματήσει κανείς. Έτρεχε με τόση ταχύτητα, ώστε σε λίγο φάνηκαν από μακριά τα φώτα του Χάρκωβ.

Ο παπα-Πελάγιος, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα τώρα να περπατήσει αφού πια ήταν βέβαιος ότι τους παρακολουθούσαν.

Σκεφτόταν ότι αν τον έβρισκαν οι στρατιώτες, αυτός γέρος και άχρηστος που ήταν κι αν ακόμα τον θανάτωναν δεν θα δημιουργείτο κανένα πρόβλημα ενώ ο Ιβάν νέος που ήταν θα διακινδύνευε τη ζωή του τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του.

Με ηρεμία ψυχής ο παπα-Πελάγιος παρακάλεσε τον Ιβάν να τον εγκαταλείψει κι αυτός να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ο ευσεβής λευίτης ήταν αποφασισμένος για τον θάνατό του και το μαρτύριο που τον περίμενε.

Τότε ο Ιβάν δεν επέμενε άλλο, του φίλησε το παγωμένο χέρι και πήρε την ευλογία του, αφήνοντάς τον ως πέντε μίλια έξω από το Χάρκωβ.

Έκανε την προσευχή του ο παπα-Πελάγιος και προχώρησε μέσα στη νύκτα και ο τσουχτερός άνεμος που ήταν δυνατός, λόγω του γήρατός του, τον εμπόδιζε να συνεχίζει την πορεία του άνετα. Τα πόδια του δεν άντεχαν να φθάσει μέχρι τον προορισμό του.

Προσπάθησε, έβαλε όλες του τις δυνάμεις αλλά ήταν αδύνατο. Από μακριά τα φώτα της πόλης τού έδιναν κουράγιο αλλά φαίνονταν πολύ μακριά ακόμα.

Έστρεψε τότε την προσοχή του δεξιά και αριστερά μήπως έβρισκε κανένα καταφύγιο κι ας ήταν πρόχειρο.

Τότε, ξαφνικά, βλέπει κάπου εκατόν μέτρα από εκεί που ήταν κάτι σαν μια παράγκα εγκαταλελειμμένη.

Φθάνοντας, μόλις που μπόρεσε και ακούμπησε το ραβδί του στην πόρτα, έπεσε καταγής αναίσθητος.

Μόλις άνοιξε η πόρτα, φάνηκε ότι ήταν φυλάκιο στρατιωτών. Ο παπα-Πελάγιος ήταν τώρα στα χέρια των διωκτών του.

Τον μάζεψαν οι στρατιώτες και από τη μορφή του αλλά και από τον σταυρό που βρήκαν στον κόρφο του, κατάλαβαν ότι ήταν ο παπα-Πελάγιος που αναζητούσαν.

Τότε οι στρατιώτες ζήτησαν αμέσως ένα γιατρό, αφού στο μεταξύ ειδοποίησαν την Αστυνομική Διεύθυνση για την ανεύρεση του παπα-Πελάγιου.

Πράγματι, ήλθε ο γιατρός για να διαπιστώσει ότι ήταν πλέον αργά. Ο γέροντας σε λίγο θα ξεψυχούσε και άφηνε τη μακαρία του ψυχή να πετάξει στον θρόνο της δικαιοσύνης και της αιωνιότητας.

Με τη θυσία του παπα-Πελάγιου, όμως, γιόρτασαν ευφρόσυνα Χριστούγεννα τόσες ευσεβείς ψυχές εκείνη τη χρονιά του 1920, που μπορεί μεν οι μπολσεβίκοι να καταδίωκαν τους πιστούς, ο Θεός όμως του πορστάτευε και τους αξίωσε με τη θυσία του ιερέα να δεχθούν μέσα τους τον ίδιο τον Κύριο.

Επέτρεψε, έτσι, ο Κύριος να γιορτάσουν στο μικρό εκείνο χωριό τα Χριστούγεννα οι χριστιανοί, ο παπάς να πεθάνει από τις ταλαιπωρίες, ο Ιβάν να σωθεί και ποιος ξέρει, και για τον θάνατο ακόμη των στρατιωτών μέσα στη σύγκρουσή τους με τους λύκους που έγιναν τα όργανα της θείας δικαιοσύνης...

 

Γράφει ο Μητροπολίτης Ναϊρόμπης Μακάριος στην Romfea.gr - Μια αληθινή ιστορία: Χριστούγεννα 1920

Πηγή: http://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/19121-apo-tous-diogmous-ton-xristianon-sti-rosia

 

designed by: Κώστας Χριστοδούλου