Η εκπομπή "Ιστορικές μαρτυρίες¨ του εκκλησιαστικού τηλεοπτικού σταθμού 4Ε παρουσιάζει το άγνωστο σε πολλούς ολοκαύτωμα της Νιγρίτας , το οποίο συνέβη από 17 έως 21 Ιουνίου 1913. Θύτες του ολοκαυτώματος ήταν οι βούλγαροι κομιτατζήδες μαζί με τον τακτικό βουλγαρικό στρατό.

Ευχαριστούμε την διεύθυνση του εκκλησιαστικού τηλεοπτικού σταθμού 4Ε-Λυδία αλλά και τους υπευθύνους της εκπομπής κ.κ.Αθανάσιο Κληματσίδα και Δημήτριο Δαδή για την ανάδειξη του άγνωστου σε πολλούς ολοκαυτώματος της Νιγρίτας.

(Κομμάτι από την ομιλία του π.Γεωργίου Κελεμπέκη κατά την εκδήλωση για το ολοκαύτωμα τον Ιούνιο του 2019)

...Για να καταλάβουμε καλύτερα τα γεγονότα θα δανειστώ ένα

μέρος από το πόνημα του συντοπίτου μας κ.Γεωργίου Μπαρτζούδη,  όπως τα περιγράφει ο τότε πολεμικός ανταποκριτής της αγγλικής εφημερίδας Νταίηλυ Τέλεγκραφ, Λοχαγός Τράπμαν, και παρατίθενται στο βιβλίο, «Πολιτική και Θύματα Πολέμου-αναφορά στην Έκθεση Κάρνεγκι για τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913»:
«Τα μεσάνυχτα της Πέμπτης προς Παρασκευή [20 προς 21 Ιουνίου 1913], μόλις είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου, στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από μια μακρά μέρα κατά την οποία παρακολούθησα τη μάχη στο Κιλκίς... Είχα κανονίσει με τον Φρανς ντε Ζέτσεν, τον γνωστό διεθνή πολεμικό ανταποκριτή... να ξεκινήσουμε το επόμενο πρωί για το μέτωπο... [όμως ξαφνικά] με ξύπνησαν... Ήρθε ένα τηλεγράφημα … από τον βασιλιά Κωνσταντίνο… ‘Παρακαλέστε τον Λοχαγό Τράπμαν να αναχωρήσει αμέσως για τη Νιγρίτα προκειμένου να επαληθεύσει το γεγονός ότι 1.500 χωρικοί έχουν σφαγιασθεί’...

Έτσι διαμέσου μιας τρομερά δύσκολης περιοχής, και το καταμεσήμερο ανεβήκαμε σε μια λοφοσειρά, στη βόρεια πλευρά της οποίας είναι κτισμένη η Νιγρίτα. 
Δεν νομίζω ότι θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη θέα της Νιγρίτας. Φανταστείτε μια εύφορη πλαγιά ντυμένη με συκιές, ελιές, αμπέλια και μουριές, εν μέσω των οποίων καμάρωνε κάποτε μια ευημερούσα κωμόπολη 8.000 ψυχών. Όταν την πρωταντίκρυσα, τα αμπέλια, οι ελιές και οι συκιές είχαν τσουροφλιστεί από τις εμπρηστικές  οβίδες. Από την πολίχνη των 8.000 ψυχών δεν είχε μείνει τίποτα άλλο παρά μόνο ένας δύσοσμος σωρός από γκρεμισμένα κτίσματα, απανθρακωμένες στέγες και καρβουνιασμένα ανθρώπινα υπολείμματα.  Το θέαμα ήταν φρικτό, και επιπλέον επικρέμονταν η φοβερή απειλή χολέρας και του τύφου. Φαίνεται ότι ο Θεός του πολέμου επέλεξε αυτόν τον ευημερούντα κατάφυτο τόπο για να μας παραδειγματίσει.
»Καθώς προχωρούσαμε μέσα από γκρεμισμένους τοίχους και διάσπαρτες καμινάδες, αντικρίζαμε κάθε τόσο χωρικούς που έψαχναν μέσα στα αναθυμιάζοντα ερείπια για αγαπημένα τους πρόσωπα. Δεν βρέθηκε να μας χαιρετήσει καμιά ψυχή καθώς τα άλογά μας προχωρούσαν μέσα από τα συντρίμμια της καταστροφής και ποδοπατούσαν τα τηλεγραφικά σύρματα. Ήταν η απόλυτη ενσάρκωση του πολέμου. Τα ρουθούνια μας μπούκωναν από τη δριμεία οσμή της καιόμενης ανθρώπινης σάρκας. Τα λαρύγγια μας πνίγονταν από δηλητηριώδη σκόνη. Τα αυτιά μας υπέφεραν από τις κραυγές των αδέσποτων σκυλιών και των ορφανών παιδιών. 
»Προχωρήσαμε ...προς το αστυνομικό τμήμα, όπου μας υποδέχθηκε ο λοχίας Βενιζέλος, ο γιος του Πρωθυπουργού, που είχε πάρει τηλεγραφικώς οδηγίες να ενεργήσει ως διερμηνέας μας, εάν παρίστατο ανάγκη, και για να μας δείξει τα ανατριχιαστικά ‘αξιοθέατα’ του τόπου...
»Να μια ιστορία, όπως μας την διηγήθηκε ο Γεώργιος Βλάχος...: 
‘Ήμουνα από τους τελευταίους που επρόκειτο να εγκαταλείψω την πόλη... Ήταν Δευτέρα [17/6/1913] και ο ήλιος βασίλευε καθώς πήρα τον δρόμο της φυγής. Είχα προχωρήσει περίπου δύο χιλιόμετρα ...όταν...με σταμάτησαν Βούλγαροι στρατιώτες. Με διέταξαν με άγριες κραυγές να γυρίσω πίσω και με έκλεισαν στο κτίριο που μέχρι προ ολίγου στεγάζονταν η Ελληνική Αστυνομία...Την Τετάρτη [19/6/1913] κατά το μεσημέρι...είδα Βούλγαρους στρατιώτες και αξιωματικούς συγκεντρωμένους στο Κεντρικό Καφενείο... Προετοιμάζονταν πυρετωδώς για να πυρπολήσουν το Δημαρχείο...Όταν η φωτιά άναψε, οι Βούλγαροι αξιωματικοί σήκωσαν ψηλά τα ποτήρια και έκαναν πρόποση για τη δόξα του Βουλγαρικού στρατού... Οι καυτές φλόγες σκέπασαν οτιδήποτε υπήρχε στην αγορά.... Την Πέμπτη [20/6/1913] ...ήρθε... ο Ελληνικό Στρατός’...
»Ο δήμαρχος είχε ξεσπάσει σε λυγμούς, αφού η σύζυγός του και τα παιδιά του είχαν καεί μέσα σε αυτό το απαίσιο αποτεφρωτήριο. Ο Βλάχος, μόνος απ’ όλους μας, είχε μείνει ακίνητος ...Με ρώτησε αν μπορούσα να ψάξω για τη σύζυγο και τα παιδιά του, αλλά, όπως ερχόταν ο Δήμαρχος, μου είπε ότι ευτυχώς ήταν ασφαλείς...Η σύζυγος [του Βλάχου] είχε βιαστεί μπροστά στα μάτια του πατέρα της ... αλλά τα δυο παιδιά τους ξέφυγαν και κρύφτηκαν μέσα σε έναν φούρνο όπου τα συνάντησε η μητέρα τους, και έτσι γλίτωσαν από βέβαιο θάνατο.... Βγήκαμε έξω για να προσπαθήσουμε να επαληθεύσουμε τις σφαγές.... Πήγαμε στη φυλακή, βρήκαμε τα ερείπια, βρήκαμε τους καμένους σκελετούς...» Μας ικέτευαν... να συνεχίσουμε το ψάξιμο μέσα στη νύχτα, σε αυτό το δυσώδες σφαγείο, αλλά δεν είχαμε πλέον κουράγιο... Αργά τη νύχτα οι πέννες μας γρατσουνούσαν το χαρτί, υπό την πένθιμη συνοδεία αναρίθμητων σκυλιών που στέκονταν ανάμεσα στα καυτά και καπνίζοντα ερείπια και ούρλιαζαν θλιβερά ένα μοιρολόι θανάτου γι’ αυτούς που δεν θα γύριζαν ποτέ. Ήταν μια κυριολεκτικά φρικτή νύχτα... Αμφιβάλλω αν ποτέ περάσω χειρότερες ώρες από εκείνες που βίωσα μέχρι το πρωί της Κυριακής 23/6/1913 στην καμένη Νιγρίτα.
»Ο Δήμαρχος μας ενεχείρισε μια λίστα από 470 ανθρώπινες υπάρξεις που γνώριζε ότι είχαν χαθεί και επιπλέον άλλους 300 αγνοούμενους. Υπήρχαν στην πόλη 1.450 σπίτια και, διαλέγοντας 4 στην τύχη, ανασκαλέψαμε ανάμεσα στα συντρίμμια. Βρήκαμε συνολικά τα υπολείμματα από 13 απανθρακωμένα πτώματα.... Μια απλή αριθμητική πράξη μας έδειξε ότι, αν δεχόμασταν τα επίσημα νούμερα δεν θα υπερεκτιμούσαμε τα πράγματα»...

designed by: Κώστας Χριστοδούλου