Γράφει ο π. Βασίλειος Κουτσούρας

Η ιστορία της Εκκλησίας γνωρίζει αρκετές διαμάχες και φιλονικίες γύρω από το θέμα της συχνότητας της θείας κοινωνίας των πιστών, αλλά και της σωστής προετοιμασίας τους για την επάξια συμμετοχή τους σ’ αυτή. Τον τελευταίο καιρό η συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στην διευκρίνιση της σχέσεως μεταξύ εξομολόγησης και θείας κοινωνίας και η διαμάχη έχει οδηγήσει στη δημιουργία δύο παρατάξεων, εχθρικών μεταξύ τους, των «παραδοσιακών» και των «εκσυγχρονιστών». Βλέπουμε έτσι κάποιους να επικαλούνται γνώμες αγίων και γερόντων, να επικαλούνται κανόνες και τυπικά μοναστηριών, λίγοι όμως είναι αυτοί που προσπαθούν να εντάξουν τις διάφορες τοπικές  και χρονικές παραδόσεις στην Παράδοση της Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και να εξετάσουν μέσα από το πρίσμα αυτό (ιστορικά και λειτουργικά) το εν λόγω θέμα.

Σε γενικές γραμμές η διαμάχη έχει ως εξής. Οι αυτοοριζόμενοι  ως «παραδοσιακοί» θεωρούν απαραίτητη τη σύζευξη εξομολόγησης και θείας κοινωνίας και συνήθως δεν επιμένουν στην συχνή μετοχή στην Ευχαριστία (κάθε φορά δηλαδή που τελείται η θεία Λειτουργία), ενώ οι «εκσυγχρονιστές» δεν θεωρούν απαραίτητη την τέλεση της εξομολόγησης πριν από κάθε συμμετοχή στη θεία κοινωνία. Η ίδια διαφοροποίηση βλέπουμε να συμβαίνει και σε επίπεδο τοπικών εκκλησιαστικών παραδόσεων. Έτσι ενώ οι σλαβικές εκκλησίες – στις οποίες ακολουθείται η πρακτική της συχνής θείας μεταλήψεως - θα μπορούσαν να ενταχθούν στους «παραδοσιακούς», οι ελληνόφωνες ακολουθούν κυρίως την γραμμή των «εκσυγχρονιστών». Και ενώ από τους παραδοσιακούς κληρικούς απαιτείτε η τέλεση της εξομολογήσεως πριν από την μετάληψη των λαϊκών, για τους ίδιους τους κληρικούς δεν θεωρείται απαραίτητο. Την υποκριτική αυτή και διπρόσωπη πρακτική καταδικάζουν αρκετοί πατέρες της εκκλησίας, όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, οι οποίοι διακηρύττουν ότι οι σχετικοί με την θεία μετάληψη κανόνες (προσευχή, νηστεία, κ.λ.π.), είναι κοινοί για κληρικούς και λαϊκούς.  Οι κληρικοί δεν έχουν και δεν πρέπει να έχουν κανένα «προνόμιο» ενώπιον του αγίου Ποτηρίου. Μπροστά στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού είναι όλοι ίσοι.

Από ιστορικής πλευράς, παρατηρούμε ότι η πρακτική της εξομολογήσεως και της αφέσεως τον αμαρτιών από κάποιον διάδοχο των αποστόλων (επίσκοπο, ή ειδικά επιφορτισμένο πρεσβύτερο) ανάγεται στην αποστολική εποχή και πάντα υπήρχε μέσα στην Εκκλησία, αν και με την πάροδο του χρόνου, η πρακτική αυτή έλαβε διαφορετική σημασία και τυπική διάταξη τελέσεως. Οι ιστορικές μαρτυρίες των τριών – τεσσάρων αιώνων είναι ελλειπείς και σπάνιες, όμως ήδη κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ. μαρτυρείται η ύπαρξη δύο εντελώς διαφορετικών τύπων εξομολογήσεως, που κατόπιν συγχωνευτήκαν στην σημερινή πρακτική της εξομολογήσεως. Πιο συγκεκριμένα, υπήρχε η εξομολόγηση που πραγματοποιούνταν μόνον σε περίπτωση βαρέων αμαρτημάτων, όπως, ειδωλολατρία, αποστασία, πορνεία, φόνος, κλοπή και άλλων θεωρουμένων «βαρέων» ή «θανάσιμων» αμαρτημάτων (πρώτη Καθ. Επ. Ιωάννου. 5, 16). Ενός τέτοιου είδους εξομολόγηση ήταν επιτρεπτή μόνο μία φορά μετά την βάπτιση (βλ. Ποιμήν του Ερμά, Τερτυλλιανός κ.α.), ή 2-3 φορές αργότερα. Οι χριστιανοί έπαιρναν στα σοβαρά την χριστιανική τους ιδιότητα μετά το βάπτισμα, κοινωνούσαν σε κάθε θεία Λειτουργία και δεν εξομολογούνταν πρακτικά ποτέ. Μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα, σε περιπτώσεις δημοσίων αμαρτημάτων, η εξομολόγηση γινόταν δημόσια, ενώπιον όλων, ενώ για κρυφά αμαρτήματα   εξομολογούνταν στον επίσκοπο ή στον «επι της μετανοίας πρεσβύτερο». Μετά την εξομολόγηση ο επίσκοπος αποφάσιζε, όριζε και έκρινε την χρονική περίοδο αποκοπής του μετανοούντος από την κοινωνία των αχράντων μυστηρίων (από μήνες έως και για αρκετά χρόνια). Ο εξομολογούμενος εντασσόταν πλέον στην τάξη των μετανοούντων, η οποία αποχωρούσε από την Λειτουργία μαζί με τους κατηχουμένους μετά τα αναγνώσματα και μετά την ανάγνωση ιδιαιτέρων ευχών «εις μετανοούντας». Η επανένταξη του μετανοούντος στην θεία κοινωνία γινόταν μετά την παρέλευση του χρονικού αυτού διαστήματος και μετά από την επίθεση των χειρών του επισκόπου και την ειδική για την περίσταση ευχή.

Παράλληλα, υπήρχε και η μοναστική εξομολόγηση, που λάμβανε χώρα ενώπιον του «γέροντος», του πνευματικού πατρός δηλαδή των μοναχών, ο οποίος τις περισσότερες φορές δεν ήταν χειροτονημένος πρεσβύτερος (το ίδιο συνέβαινε και με τις γερόντισσες των γυναικείων μονών). Η εξομολόγηση αυτή περιλάμβανε κυρίως την εξαγόρευση των λογισμών των μοναχών και διάφορες συμβουλές που αφορούσαν τον πνευματικό τους αγώνα.

Μέχρι των 11ο αιώνα, όπως δείχνουν οι ιστορικολειτουργικές  πηγές, δεν υπήρχε συγκεκριμένη τυπική διάρθρωση του μυστηρίου της εξομολογήσεως. Μόνο κατά τον 12ο αιώνα, πρώτα στη δύση και κατόπιν στην ανατολή, διαδόθηκε η άποψη ότι μετάνοια σημαίνει εξομολόγηση ενώπιον κάποιου ιερέα και ότι οι πτώσεις που δεν συγχωρούνταν από τους επισκόπους και πρεσβυτέρους έμεναν ασυγχώρητες. Αυτό υπήρξε και η αιτία της συγχωνεύσεως των δύο τύπων των εξομολογήσεων, αλλοίωσε το πραγματικό νόημά τους και η μοναχική εξαγόρευση των λογισμών και αμαρτιών πλέον άρχισε να αφορά και τους κοσμικούς.

Κατά την διάρκεια των τριών πρώτων αιώνων, το Βάπτισμα τελούνταν μετά από μια μακρά περίοδο κατηχήσεως κατά την οποία οι κατηχούμενοι αποδείκνυαν την ειλικρινή τους πίστη, αλλά και την καθαρότητα της ζωής τους ως μέλη πλέον του σώματος του Χριστού. Θεωρούνταν απαράδεκτη για κάποιον βαπτισμένο χριστιανό η διάπραξη βαρέων αμαρτημάτων (Α΄Καθ.Επ.Ιωάννου 3,9. 5,18. Εβραίους 6,4-6), και εάν συνέβαινε  κάτι τέτοιο, ο ένοχος αφοριζόταν από την ευχαριστιακή κοινωνία (Α΄Κορ. 5, 1-5), και γινόταν ξανά αποδεκτός μόνο εάν αποδείκνυε την ειλικρινή του μετάνοια (Β΄Κορ.2,3-11). Αυτό δεν σημαίνει πως οι πρώτοι χριστιανοί δεν είχαν συνείδηση της αμαρτωλότητάς τους, αντιθέτως (Α΄Καθ.Επ.Ιωαν. 1,8-10), θεωρούσαν ότι η μετάνοια είναι μια διαρκείς διαδικασία που χαρακτήριζε ολόκληρη την πνευματική τους ζωή. Ιδιαίτερη σημασία έδιναν στον «έλεγχο της συνειδήσεως» (Α΄Κορ.11,28), και τα παραπτώματά τους τα εξομολογούνταν αλλήλοις (Καθ.Ιακ. 5,16). Ιδιαίτερη σημασία έδιναν στην καθημερινή μετάνοια ενώπιον του Κυρίου, και ιδιαίτερα πριν την προσέλευσή τους στα άχραντα μυστήρια (Διδαχή των Αποστόλων 4,14). Η άφεση για τα καθημερινά τους αμαρτήματα δινόταν δια μέσου της ίδιας της θείας κοινωνίας η οποία δίδεται «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».

Μετά το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313μ.Χ.), άρχισαν να γίνονται δεκτοί στο βάπτισμα όλοι οι ενδιαφερόμενοι, ακόμη και αν η ζωή των περισσοτέρων δεν ανταποκρινόταν στην ευαγγελική ζωή. Ακόμη και αν η προετοιμασία για το βάπτισμα συνέχισε να γίνεται με μεγάλη αυστηρότητα, ο αριθμός των χριστιανών που διέπρατταν αμαρτήματα τα οποία τους απέκλειαν από την θεία ευχαριστία, συνέχιζε να αυξάνει και η Εκκλησία αναγκάστηκε να εκδώσει διαφόρους κανόνες που τακτοποιούσαν τα θέματα της μετανοίας. Ακόμη όμως και τότε, η προσφυγή στην εξομολόγηση ενώπιον του επισκόπου δεν θεωρούνταν απαραίτητη για την θεία κοινωνία. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο διδάσκαλος της μετανοίας, αν και μιλάει πολλές φορές για τον έλεγχο και την εξέταση της συνειδήσεως και την ειλικρινή μετάνοια, σπανίως αναφέρεται σε εξομολόγηση ενώπιον κάποιου ιερέως και είναι πολύ πιθανό ότι οι ίδιοι οι μεγάλοι αυτοί πατέρες δεν εξομολογήθηκαν ποτέ τους (με την σημερινή έννοια του όρου).

Δυστυχώς, από το τέλος του 6ου αιώνα, αλλά κυρίως κατά την εικονομαχική περίοδο, οι προαπαιτούμενοι όροι για την λήψη του βαπτίσματος εξαλείφτηκαν και αυτό οδήγησε στην δημιουργία καινούργιων όρων – απαιτήσεων (αρχικά ανύπαρκτων), σχετικούς πλέον με την λήψη της θείας κοινωνίας.  Παράλληλα με αυτή την εισαγωγή έχουμε και την καθοριστική μείωση της συχνότητας της θείας κοινωνίας των πιστών. Αν κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ήταν αδιανόητη η συμμετοχή στην Θεία Λειτουργία χωρίς την συμμετοχή στο ποτήριο της ζωής, μετά τον 6ο αιώνα η Λειτουργία εξελίχθηκε σε μια αναπαράσταση μυστικών συμβόλων και εικόνων που μπορούσαν να εξυψώσουν πνευματικά τον άνθρωπο ανεξάρτητα από την συμμετοχή του στη θεία κοινωνία. Με την εισαγωγή της ιδιαίτερης σημασίας της μνημόνευσης των ονομάτων στην προσκομιδή (11ος-12ος αιώνας) και την ανάπτυξη διαφόρων ιδεών σχετικά με την «απόπλυση των ανομιών» των μνημονευθέντων, η ουσία της Λειτουργίας αλλοιώθηκε περαιτέρω. Για να μνημονευθεί κάποιος στη Λειτουργία, δεν χρειαζόταν ούτε να νηστέψει, ούτε να εξομολογηθεί, ενώ για να κοινωνήσει απαιτούνταν και τα δύο, και ακόμα περισσότερα (νηστεία, προσευχή, ανάγνωση ειδικών προσευχών, πολυήμερη συζυγική εγκράτεια πριν και μετά την θεία κοινωνία κ.α.).

Την ίδια περίοδο, παγιώνεται όλο και περισσότερο η επιρροή του μοναχικού πνεύματος στην λειτουργική ζωή των ενοριών με την επικράτηση της μοναχικής νηστείας, όπως οριζόταν από τα μοναστηριακά τυπικά και για τους λαϊκούς, την αντικατάσταση του ασματικού τυπικού των ενοριών από τα μοναστικά τυπικά των μονών του Αγίου Σάββα και του Στουδίου και την ευρύτερη επίδραση του μοναχισμού σε ολόκληρη την πνευματική ζωή των πιστών. Το απόγειο της επιδράσεως αυτής, αποτελεί η νίκη του ησυχασμού και η επίδραση του ησυχαστικού πνεύματος σε ολόκληρη την Εκκλησία. Όλες αυτές οι ιστορικές περιστάσεις στο εσωτερικό της Εκκλησίας, με επιπρόσθετη την επίδραση του δυτικού σχολαστικού πνεύματος, οδήγησαν όλο και περισσότερο  στην αραιότερη προσέλευση των χριστιανών στην θεία κοινωνία, οι οποίοι αν επιθυμούσαν να κοινωνήσουν, όφειλαν να ακολουθήσουν όλη την ευχαριστιακή πρακτική των μοναχών, εξομολογούμενοι όλα τους τα αμαρτήματα, τις πτώσεις, ακόμη και τους λογισμούς. Οι μοναχοί άρχισαν την εποχή αυτή να συντάσσουν διάφορους «οδηγούς εξομολογήσεως» αναλύοντας όλη την ανθρώπινη αμαρτητική περιπτωσιολογία, ορίζοντας και τα ανάλογα επιτίμια. Έκτοτε η μοναχική επίδραση παγιώθηκε στο εσωτερικό της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα στους τομείς που αφορούν την ιερά εξομολόγηση και την πνευματική καθοδήγηση, μεταφέροντας στους κοσμικούς, τους θεσμούς του «γέροντα», της υπακοής, του ελέγχου των λογισμών, της λήψης «ευλογίας» πριν από κάθε θεία κοινωνία και άλλων στοιχείων, άγνωστων στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας.

Δεν πρέπει, στο σημείο αυτό, να λησμονούμε ότι, κατά την πρώτη χιλιετία του χριστιανισμού η έννοια του «Μυστηρίου» αποδιδόταν κατ’ εξοχήν στο Βάπτισμα και την Θεία Ευχαριστία και όλες οι άλλες ιερουργίες συνδεόταν και επισφραγίζονταν από την Ευχαριστία (βλ. Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης). Ο δυτικός σχολαστικισμός πρώτος, και αργότερα κάτω από την επίδρασή του και η ορθόδοξη θεολογία (13ος – 14ος αιων), όρισε τον αριθμό των μυστηρίων σε επτά, περιλαμβάνοντας σ’ αυτά και την μετάνοια – εξομολόγηση. Ως εκ τούτου, η εξομολόγηση δύναται να θεωρείται «μυστήριο» μόνο με την ευρύτερη σημασία της έννοιας, όπως πολλές άλλες ιερουργίες της Εκκλησίας.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως αν ένας πιστός δεν έχει διαπράξει μεγάλες αμαρτίες, η «εξομολόγηση» στον πνευματικό μπορεί να είναι μια απλή πνευματική καθοδήγηση, χωρίς ιδιαίτερα λειτουργικά στοιχεία, ενώ της «μυστηριακής εξομολογήσεως» (με ιδιαίτερες ευχές και την άφεση των αμαρτιών) έχουν ανάγκη μόνον όσοι διαπράττοντας σοβαρά αμαρτήματα, θέτουν εαυτούς εκτός του σώματος του Χριστού που είναι η Εκκλησία και ως εκ τούτου επιθυμούν και χρειάζονται  την συμφιλίωση με τον Χριστό και την Εκκλησία. Αυτό ακριβώς είναι και το βαθύτερο νόημα την εξομολογήσεως, να επαναφέρει δηλαδή τον άνθρωπο στην κατάσταση της χάριτος που έλαβε κατά το βάπτισμά του και η οποία διακόπτεται σε περίπτωση πτώσεως σε κάποια σοβαρή αμαρτία.

Η Αγία Γραφή και η Παράδοση των πατέρων της αγίας μας Εκκλησίας, θέτουν ιδιαίτερη έμφαση στην πνευματική ανάπτυξη και ωρίμανση των πιστών, που είναι δυνατή μόνον διαμέσου μιας ώριμης πνευματικά συνειδήσεως. Φυσικά η εξομολόγηση, πολύ συχνά βοηθάει την ανάπτυξη αυτή, κυρίως για όσους βρίσκονται στα πρώτα βήματα της πνευματικής τους ζωής και επιθυμούν ειλικρινά να εμβαθύνουν στην ζωή της πίστεως. Όσοι έρχονται περιστασιακά στην Εκκλησία, (οι κατ’ όνομα χριστιανοί),  που δεν επιθυμούν να γνωρίσουν τι ο Θεός θέλει από αυτούς ούτε να αρνηθούν το «ίδιον θέλημα», τις αντιλήψεις και τις πεποιθήσεις τους για χάρη μιας ανώτερης πνευματικά ζωής,  δεν έχουν  ιδιαίτερη αίσθηση μετανοίας και άρα δεν κατανοούν τον λόγο για τον οποίο πρέπει να εξομολογηθούν και πολλές φορές τους τρομάζει ακόμα και η ιδέα της εξομολόγησης. Σε αυτούς, δεν μπορεί να «επιβληθεί» η προσφυγή στην εξομολόγηση, αν δεν προσεγγιστούν από πριν και κατηχηθούν δεόντως, ώστε εκούσια να επιθυμήσουν να εξομολογηθούν. Όσοι πιστοί πάλι, είναι προχωρημένοι στην πίστη και έχουν κάποια εμπειρία στην πνευματική ζωή, αισθάνονται πολλές φορές κουρασμένοι από την συχνή εξομολόγηση και αυτό τους εμποδίζει στην φυσική, προσωπική τους πνευματική ανάπτυξη και ωρίμανση. Η εξομολόγηση δεν πρέπει να θεωρείται «ευκαιρία» λήψης της αφέσεως των αμαρτιών, για όσους δεν τις κατανοούν ή δεν θέλουν να απαλλαγούν από αυτές. Ενός τέτοιου είδους τυπικής εξομολογήσεως συχνά καταντά ένας επικίνδυνος απατηλός φορμαλισμός! Η πρακτική εμπειρία μας δείχνει πως ένας πιστός που κοινωνάει συνεχώς κάθε Κυριακή ή εορτή, μετά από μια  καλή εξομολόγηση, είναι περισσότερο προσεκτικός στη ζωή του, από εκείνον που του επιβάλλεται να εξομολογείται κάθε φορά πριν κοινωνήσει. Ο πρώτος θα ωριμάσει σύντομα πνευματικά κατανοώντας το πραγματικό νόημα της θείας Ευχαριστίας και της εξομολογήσεως, ενώ ο δεύτερος θα θεωρήσει την εξομολόγηση σαν έναν αναγκαστικό σταθμό ελέγχου, στον οποίο χορηγούνται «εισιτήρια» για τη θεία κοινωνία (την οποία στο τέλος θα αρχίσει να αποφεύγει!).

Οι χριστιανοί πρέπει να κατανοήσουν ότι η μετάνοια δεν περιορίζεται στο να εξομολογηθούν και να λάβουν την συγχωρητική ευχή. Η μετάνοια είναι διαρκείς τρόπος ζωής και εσωτερικό βίωμα, το οποίο ολοκληρώνεται στην μυστηριακή εξομολόγηση όταν υπάρχει ανάγκη. Θα  μπορούσαμε να πούμε ότι η μετάνοια είναι μια διαρκείς, εφ’ όρου ζωής, θεραπευτική αγωγή, και η εξομολόγηση μια «χειρουργική επέμβαση». Εμείς φτάσαμε στο σημείο να «χειρουργούμε» συνεχώς, διατηρώντας τους ασθενείς σε μια συνεχόμενη «αναισθησία», χωρίς να τους δείχνουμε και να τους εξηγούμε τον τρόπο να ζήσουν υγιείς.

Ο απ. Παύλος τονίζει, ότι πριν την κοινωνία των μυστηρίων «Δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω»(Α΄Κορ.11,28). Αναφέρεται εδώ ο απόστολος στον εσωτερικό έλεγχο της συνειδήσεως, η οποία πρέπει να έχει καλλιεργηθεί έτσι ώστε να διακρίνει ο άνθρωπος τις πτώσεις του και να μετανοεί για αυτές. Αν οι πτώσεις αυτές είναι τόσο σοβαρές που καθιστούν κανονικό εμπόδιο για την θεία Ευχαριστία, τότε πρέπει να καταφύγει στην εξομολόγηση, δια της οποίας (με την χρήση επιτιμίων και των ιδιαιτέρων ευχών εις εξομολογουμένους), θα επανενταχθεί στην ευχαριστιακή κοινωνία της Εκκλησίας από την οποία χωρίστηκε με την αμαρτία. Κατά την διάρκεια της ζωής του ένας πιστός και ενσυνείδητος χριστιανός μπορεί να εξομολογηθεί λίγες φορές ουσιαστικά, και να αποτελούν οι εξομολογήσεις αυτές πραγματικές ανανεώσεις του βαπτίσματός του, ενώ οι συχνές μεν αλλά τυπικές εξομολογήσεις δεν προσφέρουν στους πιστούς αυτή την εμπειρία. Οι πατέρες συνδέουν την αληθινή μετάνοια με την συντετριμμένη καρδία και με τους «ποταμούς των δακρύων» που χύνει ο μετανοών και όχι με τον αριθμό των εξομολογήσεων του. Η μετάνοια και η εξομολόγηση είναι έννοιες που τέμνονται αλλά δεν ταυτίζονται. Για   να κοινωνήσει κάποιος των αχράντων μυστηρίων, οφείλει να βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς μετανοίας και συντριβής της καρδίας, έχοντας αληθινή επίγνωση της αναξιότητάς του. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φορά οφείλει να εξομολογείται, αν η συνείδησή του δεν τον προτρέπει να το κάνει.

 Η εξομολόγηση πρέπει να τελείται χωρίς βιασύνη, χωρίς στερεότυπα, χωρίς να μεταβάλλεται σε «συνεδρία με τον ψυχολόγο», χωρίς να συζητούνται κατ’ αυτήν θέματα που θα μπορούσαν να συζητηθούν κάποια άλλη στιγμή. Μια μη ορθή προσέγγιση του μυστηρίου της εξομολογήσεως, παρατηρείτε στις μεγάλες ενορίες και τις μονές κατά τις περιόδους των νηστειών, (Πάσχα, Χριστουγέννων, Δεκαπενταυγούστου κ.λ.π.), κατά τις οποίες συνωστίζονται στα εξομολογητήρια πλήθη (α)πιστών, με σκοπό να τους «διαβαστεί μια ευχή», μετά από μια τυπική και ξερή πνευματικά εξομολόγηση, για να κοινωνήσουν και να συνεχίσουν αμέσως μετά να ζουν μια μη πνευματική, κοσμική ζωή, μέχρι την επόμενη γιορτή που θα ξαναεξομολογηθούν και θα ξανακοινωνήσουν «για το καλό»,  «για υγεία» κι επειδή «έτσι τα βρήκαμε»! Πολλοί ιερείς θεωρούν ότι με το να είναι επιεικείς με αυτού του είδους ανθρώπων, θα τους κερδίσουν, στην πραγματικότητα όμως απατώνται. Οι άνθρωποι αυτοί ουσιαστικά ζουν εκτός εκκλησίας και η συμμετοχή τους στην θεία κοινωνία γίνεται αναξίως, ακόμη και μετά την «συγχωρητική ευχή». Ο Κύριος είναι έτοιμος να συγχωρέσει τον φονιά ή τον μοιχό που ειλικρινά μετανοούν και αλλάζουν τη ζωή τους, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να διαβάζουμε συγχωρητικές ευχές αδιακρίτως και να μεταδίδουμε το σώμα και το αίμα του Χριστού σε όλους όσους παρουσιάζονται στην εκκλησία μια φορά το χρόνο για να κοινωνήσουν και να συνεχίσουν κατόπιν την αμαρτωλή ζωή τους.

Στη σημερινή εποχή, βλέπουμε πολλούς χριστιανούς να ζουν με βαρύτατες αμαρτίες, (τις οποίες δεν θεωρούν καν αμαρτίες). Ελεύθερη συμβίωση, προγαμιαίες σχέσεις, «πολιτικός γάμος», πορνεία, εκτρώσεις και διάφορες άλλες εμπαθείς και αμαρτωλές καταστάσεις είναι πλέον της μόδας. Σ’ αυτού του είδους χριστιανών, θα πρέπει σίγουρα να προηγείται η εξομολόγηση της θείας κοινωνίας, ιδιαίτερα στις μεγάλες ενορίες όπου οι ιερείς δεν γνωρίζουν την ζωή των πιστών.

Τίθεται εδώ το ερώτημα, πρέπει να δίδεται η θεία Ευχαριστία σε όσους εθιμικά συνηθίζουν να κοινωνούν 2-3 φορές το χρόνο, χωρίς να έχουν μέσα τους καμία επιθυμία να ζήσουν σαν πραγματικά, ζωντανά μέλη της Εκκλησίας; Γιατί να κοροϊδεύουμε τους ανθρώπους αυτούς, κοροϊδεύοντας παράλληλα και τους εαυτούς μας; Το ελάχιστο χρονικό όριο που η Εκκλησία ορίζει για την προσέλευση στην θεία κοινωνία είναι τουλάχιστον κάθε τρείς Κυριακές (80ος κανόνας της εν Τρούλλω Συνόδου: Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ τῶν ἐν τῷ κλήρῳ καταλεγομένων, ἢ λαϊκός, μηδεμίαν ἀνάγκην βαρυτέραν ἔχοι, ἢ πρᾶγμα δυσχερές, ὥστε ἐπὶ πλεῖστον ἀπολείπεσθαι τῆς αὐτοῦ ἐκκλησίας, ἀλλ' ἐν πόλει διάγων, τρεῖς Κυριακὰς ἡμέρας ἐν τρισὶν ἑβδομάσι μὴ συνέρχοιτο, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀποκινείσθω τῆς κοινωνίας.). Σε όσους εξομολογούνται θα έπρεπε να δίδεται η ευλογία να κοινωνήσουν μόνο αν δεχτούν να κοινωνούν κατόπιν τουλάχιστον κάθε Κυριακή. Μερικοί θα συνεχίσουν την τακτική αυτή και θα ενταχθούν έτσι στην αληθινή εκκλησιαστική ζωή, ενώ άλλοι δεν θα ξαναπαρουσιαστούν και θα βγούνε από την αυταπάτη ότι αν κοινωνήσουν μια φορά το χρόνο είναι τακτοποιημένοι και μπορούν να θεωρούνται «χριστιανοί ορθόδοξοι».

Σε όσους αρχίζουν τα πρώτα τους βήματα στην πνευματική τους ζωή και επιθυμούν να συμμετέχουν συχνά στην ευχαριστιακή Τράπεζα, σε πρώτη φάση θα μπορούσε να τους ζητηθεί να εξομολογούνται πριν από κάθε κοινωνία, κατόπιν κάθε 2-3 θείες κοινωνίες και ούτω καθ’ εξής, μέχρι να φθάσουν στην απαιτούμενη πνευματική ωριμότητα να αποφασίζουν μόνοι τους πότε θα χρειαστεί να εξομολογηθούν κοινωνώντας σε κάθε θεία Λειτουργία. Αυτό βέβαια συνεπάγεται ότι πλέον θα έχουν καταστεί ζωντανά μέλη της Εκκλησίας. Θα διατηρούν μια συχνή επαφή και επικοινωνία με τον πνευματικό τους, θα μελετούν το  λόγο του Θεού, θα τηρούν της νηστείες της Εκκλησίας, θα ζουν μια ζωή προσευχής και μετανοίας και κυρίως θα είναι συμφιλιωμένοι με όλους. Πλέον ο Χριστός και όχι ο πνευματικός θα είναι το κέντρο της ζωής τους, και θα υπακούν στον Χριστό και όχι στο «γέροντα», έχοντας καλλιεργήσει μέσα τους μια υγιείς και σε εγρήγορση συνείδηση. Εξ’ άλλου, ένας καλός πνευματικός δεν θα ζητούσε ποτέ από τα πνευματικά του τέκνα  να τηρήσουν πνευματικούς κανόνες και εντολές, που ο ίδιος ποτέ του δεν τηρεί.

Είθε ο πολυεύσπλαχνος Κύριος, να μας βοηθήσει να ξεφύγουμε από τα νοσηρά στερεότυπα στα οποία ήμαστε εγκλωβισμένοι, και να δίδει στους επισκόπους και τους ιερείς, την σοφία και την δύναμη ώστε να μπορούν να ενώνουν τους ανθρώπους με τον Χριστό! 

 

 

designed by: Κώστας Χριστοδούλου