Στις 25 Μαρτίου του 1937, το Κοινοτικό Συμβούλιο Νιγρίτας αποφάσισε την καθιέρωση της 21ης Φεβρουαρίου, ως «Τοπικής Εθνικής Εορτής ...συμβολιζούσης την απελευθέρωσιν της πόλεως ...εκ του τουρκικού ζυγού αφ’ ενός και εκ της βουλγαρικής βουλιμίας αφ’ ετέρου». Έκτοτε η επέτειος εορτάζεται αδιαλείπτως κάθε χρόνο σαν σήμερα ενώνοντας τα εξής τρία γεγονότα:

  1. Την απελευθέρωση της Νιγρίτας από τον 550 χρόνων οθωμανικό ζυγό με απελευθερωτή τον συντοπίτη μας Καπετάν Γιώργη Γιαγκλή στις 22 Οκτωβρίου 1912, 4 μέρες πριν μπει στη Θεσσαλονίκη ο Ελληνικός στρατός υπό τον Αρχιστράτηγο διάδοχο Πρίγκιπα Κωνσταντίνο.
  2. Την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων από τη Νιγρίτα για πρώτη φορά την 21η Φεβρουαρίου 1913.
  3. Την αποχώρηση του βουλγαρικού στρατού για δεύτερη φορά στις 20 Ιουνίου 1913.

105 χρόνια λοιπόν μετά την 21 Φεβρουαρίου του 1913 αλλά και 81 περίπου μετά την καθιέρωση της ημέρας αυτής ως ημέρα απελευθερώσεως της πόλεως και της περιοχής από τον τουρκικό ζυγό αλλά και την ουδέποτε παύσασα Βουλγαρική βουλιμία, που έγινε γνωστή με την απανθρωπιά της 19ης Ιουνίου 1913 ότε μετέβαλαν την πόλη της Νιγρίτας σε στάχτη. Μάλιστα οι θανατωθέντες υπέργηροι άντρες και γυναίκες υπερβαίνουν τους 470,  ήταν όσοι δεν μπόρεσαν να διαφύγουν λόγω γήρατος προς το χωριό Αρέθουσα όπου κατέφυγαν οι περισσότεροι εκ των δυναμένων να κινηθούν. Την ίδια φυσικά μέθοδο και συμπεριφορά ακολούθησαν οι Βούλγαροι εναντίον των κατοίκων του Δημητριτσίου - Λυγαριάς - Αγίας Παρασκευής και όλων των γύρω χωριών της περιοχής. Τίποτε δεν έμεινε όρθιο, τα πάντα σαρώθηκαν από τη μανία του βουλγαρικού στρατού και των ακολουθούντων κομιτατζήδων.

Τα γεγονότα της Πέμπτης 19ης Ιουνίου 1913 μου διηγείται η γιαγιά μου 70 χρόνια αργότερα, που ήταν μικρό κοριτσάκι τότε.

«Με τον μεγαλύτερο αδερφό μου Σάββα αλλά και τα δίδυμα μικρότερα αδέλφια μου, που δεν ήταν πάνω από 2 ετών τον Σωτήρη και τον Γιώργο καθόμασταν στο σπίτι. Η νινέ, μάνα μας, Μαρία για να διασκεδάσει την πείνα των μωρών της έφτιαξε ένα νεροζούμι με ελάχιστο καφέ, λίγη ζάχαρη και μερικές μπουκιές ξερό ψωμί. Τα παιδιά καθώς ήμασταν πεινασμένα μαλώναμε για το ποιο θα φάει περισσότερο… Πάνω στον καβγά ακούγεται ένας εκκωφαντικός κρότος! Τα παιδιά μένουν βουβά! Οι γονείς τα χάνουν! Η νινέ δεν ήξερε τι να κάνει, μα δάκρια έτρεχαν από τα μάτια της, καθώς σκέπτονταν ότι παρότι 9 μήνες πριν είχαν απελευθερωθεί από τον ΚαπετάνΓιαγκλη και τα παλικάρια του, Ελληνικός Στρατός βρισκόταν ήδη μέσα στη Νιγρίτα, εν τούτοις κάτι της έλεγε ότι η κανονιά που πριν λίγο άκουσε δεν ήταν για καλό. Ο παππούς βγήκε έξω από το σπίτι, είδε τους στρατιώτες να υποχωρούν… Είχαν εντολή να αφήσουν την Νιγρίτα στο έλεος των Βουλγάρων και να υποχωρήσουν…

¨ΜπαρμπαΠασχάλη¨! Φωνάζει ένας στρατιώτης στον παππού, τον ήξεραν γιατί τους έφτιαχνε τα τσαρούχια που φορούσαν, ¨ ΜπαρμπαΠασχάλη πάρε τα παιδιά σου, μάζεψε ότι μπορείς από τα υπάρχοντά σου και φύγε… Εμείς φεύγουμε και οι Βούλγαροι προελαύνουν… Θα σκοτώσουν όποιον βρούν μπροστά τους και θα κάψουν την Νιγρίτα!¨ Μια σπαρακτική φωνή εκείνη την ώρα ακούστηκε…                  ¨ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΤΑΤΑΡΟΙ!!!¨

Ο παππούς δεν είχε κάρο, φόρτωσε τον μπόγο με τα λίγα ρούχα που μάζεψε η νινέ στην πλάτη του, πήρε το ένα από τα δίδυμα αγκαλιά έδωσε το άλλο στη γυναίκα του, μας πήραν και εμάς από ένα, τα μεγαλύτερα, ο καθένας από το χεράκι και ξεκινήσαμε τον δρόμο άλλοι για το Μασλάρι-Αρέθουσα και άλλοι για το Σοχό. Περπατούσαμε ώρες με τα πόδια… Κουραστήκαμε, μα δεν μιλούσε κανείς… τρέμαμε από τον φόβο…. Μαζί μας βρισκόταν πολλές εκατοντάδες Νιγριτινοί ξεσπιτωμένοι. Όλοι μαζί πήραμε τον δρόμο για τα βουνά, να σωθούμε. Μέσα μεταφοράς υπήρχαν μόνο τα κάρα με τα βόδια και τα γαϊδούρια, μα και εκείνα ήταν ελάχιστα. Έτσι λοιπόν κινήσαμε με τα πόδια τον ανήφορο για το βουνό! Πίσω μας αφήσαμε τους παππούδες και τις γιαγιάδες και όσους δεν μπορούσαν να μετακινηθούν γρήγορα. Έλεγαν οι παππούδες: ¨αφήστε μας εδώ, τι θα μας κάνουν; Εμείς είμαστε ανήμποροι να τους πειράξουμε. Δεν θα μας φοβηθούν άρα και δεν θα μας πειράξουν¨.

          Στο Μασλάρι-Αρέθουσα μείναμε μερικές ημέρες. Δεν είχαμε να φάμε. Οι κάτοικοι του χωριού μοιράζονταν μαζί μας το ψωμί τους. Τελικά μετά από λίγες μέρες μας είπαν πως οι Βούλγαροι κατακτητές έφυγαν από τη Νιγρίτα και πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Είχανε φόβο όλοι, μα και μεις στις παιδικές μας ψυχούλες, για το τι θα δούνε τα μάτια μας όταν επιστρέφαμε στη Νιγρίτα. Όσο γρήγορα φύγαμε από τη Νιγρίτα κυνηγημένοι άλλο τόσο γρήγορα επιστρέψαμε, έχοντας την αγωνία για το αν έκαναν κακό οι Βούλγαροι στα σπίτια και στους παππούδες μας! Φτάσαμε στο ύψωμα έξω από τη Νιγρίτα είδαμε αραιούς καπνούς πάνω από την πόλη. Πλησιάζοντας ακόμα περισσότερο η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή που αφήσαμε πίσω. Η Νιγρίτα καμένη! Τα ψηλά (διώροφα και τριώροφα) σπίτια μακεδονικού ρυθμού πλέον δεν υπήρχαν. Υπήρχαν καμένα συντρίμμια, που ακόμα κάπνιζαν. Μόνο ο Αϊ Γιώργης και το καμπαναριό του δέσποζαν πλέον… μα και τα δυο βαριά πληγωμένα. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε καλά-καλά πού βρισκόταν τα σπίτια μας. Φτάσαμε στο χώρο που βρισκόταν η γειτονιά μας, ο παππούς Πασχάλης έκλαιγε ενώ η νινέ μας αγκάλιαζε και τα σαν ποτάμι δάκρυά της μας μούσκευαν τα ρούχα.

Ψάχναμε τους παππούδες, τις γιαγιάδες αλλά και τους άλλους ανήμπορους, που αφήσαμε πίσω μας. Μάταια όμως! Οι Βούλγαροι τους είχαν εκτελέσει και τους είχαν κάψει όλους! Ανθρώπινα μέλη κείτονταν παντού, σώματα κατακρεουργημένα και καμένα έβλεπες όπου γυρνούσες τα μάτια σου μαζί με σκοτωμένα ζώα, που είχαν την ίδια τύχη με τους ιδιοκτήτες τους.

Οι «αδίκω θανάτω τελειωθέντες», όπως μάθαμε στη συνέχεια, ήταν πάνω από 470, τόσους τουλάχιστον μπόρεσαν και κατέγραψαν, ενώ τα κατεστραμμένα σπίτια ήταν πάνω από 1.450.

Εμείς πεινούσαμε, μα δεν υπήρχε τίποτα να φάμε! Ψάχναμε στα αποκαΐδια να βρούμε κάτι που τρώγονταν, βρίσκαμε κανένα καμένο κουτάλι και κανένα μισοσπασμένο πιάτο, και τα μαζεύαμε… αυτά ήταν η αρχή για το νοικοκυριό μας! Οι μεγάλοι μάζεψαν τα μέλη και τα σώματα των εκτελεσθέντων και τα έθαψαν τιμώντας τους όπως μπορούσαν, μιμούμενοι την αρχαία πρόγονό τους την Αντιγόνη! Στη συνέχεια προσπαθούσαν να ταιριάξουν τα σπίτια τους για να βάλουν τις οικογένειές τους. Ποιος να βοηθήσει ποιόν; Όλοι στην ίδια μοίρα βρισκόταν! Μα και έτσι που ήταν όλοι βοηθούσαν όλους! Αποτέλεσμα της φτώχειας μας, της δυστυχίας μας και της πείνας μας ήταν να δώσουμε το ένα από τα μικρά για υιοθεσία σε μια άτεκνη θεία μου. Αφού δεν είχαν να μας ταΐσουν! Καλύτερα 5 στόματα παρά 6. Τουλάχιστον το ζευγάρι που θα έπαιρνε το ένα θα μπορούσε να του δώσει κάτι να φάει. Η νινέ ήταν πονεμένη μα αμίλητη. Μάνα που δίνει το παιδί της για να μπορέσει να ζήσει και αυτό αλλά και τα άλλα 3 που κρατούσε. Μάνα με τύψεις για την δίκαιη όμως πράξη της αλλά και με βουβό πόνο μέχρι που έκλεισε τα μάτια της!»

Έτσι τελείωνε την διήγηση η γιαγιά κάθε φορά. Μα τα μάτια της και τα ρυτιδιασμένα μάγουλά της ήταν κατάφορτα από τα δάκρυα, τα οποία συνόδευαν οι λυγμοί! Και εμείς κάθε φορά που τελείωνε την διήγηση αυτή και βρισκόταν πάντοτε σε αυτή την βεβαρημένη συναισθηματικά κατάσταση, την αφήναμε στην κάμαρά της και πηγαίναμε στην κουζίνα και ξεσπούσαμε τα με δυσκολία συγκρατημένα μέχρι τότε δάκρυα μας.

Αυτοί οι άνθρωποι που έζησαν αυτά τα γεγονότα πλέον έφυγαν από τη ζωή! Μείναμε όμως εμείς, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους να τα μεταφέρουμε στα δικά μας παιδιά και εγγόνια. Για να ξέρουν τι αντιμετώπισαν οι πρόγονοί τους. Να μην ξεχάσουν ποτέ την καταστροφή που υπέστη ο τόπος μας! Γιατί ο τόπος μας είναι διάσπαρτος από θυσία! 

«...Γιατί, σε κάθε βήμα μπορεί να πατήσεις χώμα ιερό, μπορεί να πατήσεις έναν τάφο, μπορεί να πατήσεις ένα λείψανο...»

Όλοι αυτοί που είτε θυσιάσθηκαν είτε υπέφεραν το έκαναν για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία! Θυσιάστηκαν και υπέφεραν για να κρατήσουν την ελληνικότητα σε αυτά τα χώματα που είναι ευλογημένα από τα αίματά τους! Θυσιάστηκαν για να ξυπνήσουν συνειδήσεις κοιμισμένες τότε αλλά και σήμερα!

Οφείλουμε σήμερα, εμείς, να μην ξεχνούμε την θυσία τους! Ευτελιστήκαμε οικονομικά, ηθικά, αξιακά! Δεν επιτρέπουμε όμως σε κανέναν, είτε «εντός των τοιχών» είτε εκτός να ευτελίσει την Πατρίδα μας!

Μέχρι εδώ!

Χρωστούμε σ’  όσους ήρθαν

πέρασαν

θα ‘ρθούνε θα περάσουν

Κριτές θα μας δικάσουν

οι αγέννητοι, οι νεκροί!

Ο Λαός δεν αντέχει πια! Να το καταλάβουν! Ήταν ένα ναρκωμένο λιοντάρι, το μέθυσαν και το νάρκωσαν κάποιοι με το χρήμα και την καλή ζωή! Τώρα το λιοντάρι ξύπνησε και θα κυνηγήσει όποιον το υποτιμήσει!

Σεβαστοί Κυρίες και Κύριοι που στα χέρια σας κρέμεται η Πατρίδα μας, και σήμερα δεν είστε εδώ, προσέξτε! Σας τιμούμε και προσευχόμαστε πάντοτε πρώτα για σας, τους καθ΄ ύλην αρμόδιους να διαφυλάξουν τα Ιερά και τα Όσια της Πατρίδας μας. Έχετε πίσω σας έναν ολόκληρο λαό, την συντριπτική πλειονοψηφία των Ελλήνων που σας στηρίζουν για να στήσετε μέτωπο και στήθος μπροστά σε όσους επιβουλεύονται την ιστορία μας, την αξία μας, τον πολιτισμό μας και την εδαφική μας ακεραιότητα! Μη μας προδώσετε! Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, που σήμερα δεν είστε εδώ, και λοιποί άρχοντες, ο καθένας από το μετερίζι του, με ψυχή ανδρεία αγωνιστείτε και εμείς σας στηρίζουμε! Η Μακεδονία είναι μόνο μία και δεν μπορεί να μην είναι Ελληνική! Η Μακεδονία είναι Ελλάδα και η Ελλάδα είναι Μακεδονία!

Από την ψήφο σας και την έγκρισή σας κρέμεται η τύχη της Μακεδονίας μας! Από τις αποφάσεις που θα κληθείτε να πάρετε μέσα στο κοινοβούλιο, ως πρόσωπα πλέον, θα κριθούν πολλά! Για την Πατρίδα μας, για τους Έλληνες αλλά και για σας τους ευθυνοφόρους!

Φοβάμαι πως μια λάθος επιλογή σας στο κοινοβούλιο, θα σας φέρει αντιμέτωπους με αυτούς που σας ανέδειξαν και σας τοποθέτησαν εκεί!

Θα εκθέσετε οι ίδιοι τον εαυτό σας στο Λαό, που προδοσίες δεν σηκώνει! Θα ελεγχθείτε για ότι πράξετε γιατί στον λαό είστε υπόλογοι!

Δεν έχετε δικαίωμα να κλείσετε τα αυτιά σας στην ιστορία! Κλείστε τα όμως στις σύγχρονες Σειρήνες, που θα θέλουν να σας δελεάσουν!

Έχετε χρέος  όχι μόνο απέναντι σε μας τους συγχρόνους συμπατριώτες σας! Έχετε κυρίως χρέος ιερό προς τους νεκρούς μας, που είναι πολύ περισσότεροι από τους ζωντανούς! Έχετε όμως χρέος ιερό και προς τα παιδιά σας, τα παιδιά μας, τα σημερινά αλλά και τα αυριανά Ελληνόπουλα για το status quo, το οποίο θα τους παραδώσουμε με ευθύνη σας!

Κριτές λοιπόν θα μας δικάσουν,

Οι αγέννητοι οι νεκροί!

Ο Θεός μαζί σας αν πάρετε την απόφαση να αγωνιστείτε υπέρ της Πατρίδος!

Ο Θεός ας σας συγχωρήσει, αν αποφασίσετε να ενδώσετε!

Καλή δύναμη!

Η Υπέρμαχος Στρατηγός του Έθνους μας Κυρία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, η Παναγία μας αγαπά την Ελλάδα και δεν  θα μας αφήσει!

Σηκώστε Έλληνες το κεφάλι!

Ψηλά οι Σημαίες!

Γιατί όπως είπε και ο Γέρος του Μωριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης «Ψηλά μωρέ τα κεφάλια, εμείς και στο Θεό όρθιοι μιλούμε»!

Με νουν και καρδία Πατριωτική και υψηλόφρονα όπως οι Ήρωες πρόγονοί μας, που σήμερα τιμούμε, βροντοφωνάζουμε:

Ζήτω η Μακεδονία!

Ζήτω η Ελλάς!

Ζήτω οι Έλληνες!      

)

Δείτε απόσπασμα από την ομιλία

 

designed by: Κώστας Χριστοδούλου