Αγαπητοί χριστιανοί.

Βρισκόμαστε στα τέλη της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μιας περιόδου προετοιμασίας για να εορτάσουμε βιωματικά τα Θεία Γεγονότα, ήτοι της Βαϊοφόρου υποδοχής του Χριστού στην Ιερά Πόλη, της προδοσίας, του παράνομου Δικαστηρίου,  του Βασανισμού, της Σταυρώσεως και τέλος της Λαμπροφόρου Αναστάσεως! Γεγονότα που πρωταγωνιστή έχουν τον Θεάνθρωπο Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Ενώπιόν μας  λοιπόν ανατέλλει η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα και καλούμαστε όλοι να προετοιμάσουμε τις ψυχές μας να νιώσουν την Θεϊκή συγκατάβαση! Αυτές τις ημέρες που επιβεβαιώνεται με τον πλέον δραματικό τρόπο το μέγεθος της αγάπης του Θεού προς τον πεπτωκότα άνθρωπο. Της αγάπης αυτής, που υπήρξε το κίνητρο να  κατέβει ο Θεός στη γη για να ανέβει ο άνθρωπος στον ουρανό. Να γίνει ο τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Να πεθάνει και να αναστηθεί ο Θεάνθρωπος για να αρπάξει διά της Αναστάσεώς Του τον άνθρωπο στον παράδεισο!

Έτσι, έχοντας σκοπό την προετοιμασία μας για την βίωση των σπουδαίων γεγονότων της Μεγάλης Εβδομάδας, με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ.κ. Θεολόγου, η τοπική μας Εκκλησία θα προσκομίσει στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Νιγρίτης, για να προσκυνήσουμε και να αγιασθούμε, την Ιερή και δακρυρροούσα θαυματουργό Εικόνα του Χριστού από τα Στεφανινά. Η υποδοχή της Εικόνας θα γίνει την Κυριακή 25 Μαρτίου ε.ε. στις 5.30 μ.μ. στο προαύλιο του Ιερού μας Ναού από τον ιερό κλήρο και τον πιστό λαό του Θεού. Η Ιερή Εικόνα θα παραμείνει στον Ιερό Ναό μέχρι και το Σάββατο του Λαζάρου το πρωί, οπότε και μετά την Θεία Λειτουργία θα αναχωρήσει για τα Στεφανινά. Κατά τις ημέρες της παραμονής της θαυματουργού Εικόνας στη Νιγρίτα θα τελείται καθημερινά όλες οι υπό του Τυπικού προβλεπόμενες Ιερές Ακολουθίες.

Ποια όμως είναι η ιστορία της Ιερής Εικόνας που θα φιλοξενήσουμε στο Ναό μας; Ο φιλίστωρ άρχοντας Πρωτοψάλτης της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, πτυχιούχος της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης κ.Γεώργιος Κυρμελής, γνωστός στους παλαιότερους Νιγριτινούς, διότι διετέλεσε Πρωτοψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Νιγρίτης, έχει συγγράψει ένα σπουδαίο άρθρο. Στο άρθρο αυτό αναφέρεται το ιστορικό του θαυμαστού γεγονότος της 14ης Οκτωβρίου 2001, οπότε έρευσαν δάκρυα εκ της Ιεράς Εικόνος.

Με την άδεια του συγγραφέως αναδημοσιεύουμε το άρθρο προσκαλώντας όλους σας να έρθετε να χαριτωθείτε από τον ακένωτο πλούτο της Χάριτος του Θεού, η οποία διαπορθμεύεται δια των Ιερών Εικόνων, που είναι σεβάσματα της πίστεως μας ικανά να προσελκύσουν την Θεία Χάρη και να την μεταδώσουν παντί τω αιτούντι!

Εύχομαι βαθυκαρδίως ο πνευματικός αμητός της εφετινής Μεγάλης Εβδομάδος να είναι πλούσιος και ικανός να αναγεννήσει στις ψυχές μας την ζείδωρο αγάπη και αφοσίωση μας προς τον ευεργέτη μας Θεό.

Επικαλούμενος την Χάρη και την σκέπην του Χριστού δι΄όλους

Ο Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου

 

 

Πρωτοπρεσβύτερος

Γεώργιος Κελεμπέκης

 

 

 

- ΤΑ  ΔΑΚΡΥΑ -

                         

Γεωργίου Κυρμελή        

Πτυχιούχου Θεολογικής Σχολής της Χάλκης

           

Στεφανινά

«Κυριακή 14 Ὀκτωβρίου σωτηρίου ἒτους 2001.»

Θέλει πολλή καί βαθειά  ψυχή καί κουράγιο νά γράψει κανείς γιά  τίς «ροές τῶν δακρύων» τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖ ψηλά στά ὂμορφα, ἂσημα ὅμως τώρα κι ἀπόμακρα Στεφανινά. (Ποῦ τά βυζαντινά του μεγαλεῖα!)

Κουράγιο νά ὁμολογήσεις τό, «φῶς φανάρι»,  φαινόμενο! Τό βλέπεις, συγκλονίζεσαι, τρελαίνεσαι κι ὅμως λές «ἒχει γοῦστο.....!»Ὁ κόσμος συνήθως ἀπορρίπτει τό θαῦμα. Δέν τό ἀποδέχεται. Τί εἶναι θαῦμα; Πῶς μπορεῖ νά συμβεῖ χωρίς νά ὑπάρχει εὒλογη, πού θά πεῖ λογική, ἐξήγηση; Γιατί; Ποιός ὁ σκοπός; Συμβαίνουν καί σήμερα θαύματα; Καί  τά προκαλεῖ ποιός; Μήπως ὁ ἁπλοικός  παπαΜιχάλης; Οὒτε νά τό σκέφτεσαι. Ὁ ἂνθρωπος πανικοβλήθηκε ἀπό τό φόβο του, ὅπως  ὅλοι μας. Πήγαμε, εἲδαμε, τρίψαμε τά μάτια μας. Εἲπαμε..τί νά πεῖς...σιωπήσαμε. Ἐκεῖ δίπλα οἱ γυναῖκες ἔκλαιγαν ἀληθινά. Βαθειές ψυχές, ἀμόλυντες ἀκόμα ἀπό τό σάπιο παιχνίδι τῆς ἀπιστίας, μποροῦν καί βλέπουν ἀκόμη ἐκεῖ πού ἐμεῖς οἱ «ἒξυπνοι», κατάλληλα δασκαλεμένοι, ἀμφισβητοῦμε καί διαψεύδουμε, ἂν μποροῦμε , αὐτά πού ἡ ἀλήθεια τους μᾶς βγάζει  τά μάτια. Πᾶμε στό πίσω  μέρος τῆς Εἰκόνας. Ψαχουλεύουμε, ψάχνουμε, ἀγγίζουμε. ἕνας ἀσεβής λογισμός, μιά   ὑποψία: μήπως κανένας διαβολάκος ἒκανε καμιά «ἒνεση» στό ξῦλο κι ἂρχισε νά «δακρύζει»; Τίποτα. Ἡ Εἰκόνα, σχεδόν διακοσίων  ἐτῶν, ἒχει, στό πίσω σῶμα της, στρωθεῖ μέ στόκο, ἒγινε ἕνα σῶμα τσιμεντένιο, δέν μπορεῖ νά μπεῖ ὂχι βελόνα, μά οὒτε ἀτσαλόκαρφο.

   Σκέφτομαι: εἲμαστε σάν τούς Ἑβραίους πού, οἱ ἀθεόφοβοι,  δέν ζητοῦσαν τεκμήρια. Ἁπλῶς ἢθελαν  «συκοφαντῆσαι Χριστοῦ τήν Ἀνάστασιν». Ἦταν, λέει,ὁμαδική παραίσθηση, ὅλοι σάν ἀποβλακωμένοι ἒβλεπαν τό ἲδιο πρᾶγμα, αὐτό πού ἢθελαν νά δοῦν: τήν Ἀνάσταση.  Μά ἐδῶ δέν χωράει παραίσθηση. Τό πρᾶγμα φωνάζει μόνο του. Καί χωρίς ἐμᾶς. Τά προσόψια, πού ὁ παπᾶς καί οἱ εὐσεβεῖς γυναῖκες ἒβαλαν καί μάζεψαν τά δάκρυα, ἦταν οἱ ἀψευδεῖς  μάρτυρες. Τά βαμβάκια κατάβρεχτα, τά λίγα χέρια, πού τά ἒβαλαν οἱ λίγοι ἂπιστοι Θωμάδες, βρεμένα κι αὐτά, ὅλα κραύγαζαν Χριστοῦ τά δάκρυα. Ὁ ἒξυπνος Τάκης μαζί μέ τόν Ἡλία πῆγαν νά ἀποκαλύψουν τήν ἀλήθεια: σαχλαμάρες. ἒ, λοιπόν, πῆγαν, ἀλλά βγῆκαν κατακίτρινοι. ὂχι ἀπό φόβο ἀνθρώπινο, μά ἀπό φόβο Θεοῦ. «ὂχι, δέν εἶναι οὒτε ἀπάτη, μά δέν ξέρω, τί νά πῶ...»,ψιθυρίζει ὁ Βαγγέλης. Ὁ Μιχάλης τὂβαλε στά κλάμματα  κυριευμένος ᾿᾿ἀπό μιά ἀλλόκοτη, ἂγνωστη ψυχική εὐφορία. Ὁ Τάσος τό πρωί σταμάτησε τό ψάλσιμο, ἒβλεπε, ἒβλεπε, τά μάτια του ἂνοιξαν καί μαζί τό στόμα, χωρίς νά μπορεῖ-γιά λίγο- ν᾿ ἀρθρώσει λέξη. Δίπλα ἡ «πρώτη Μυροφόρα» ἡ Μαριάνθη μέ ἀναφιλητά ἒσπευδε νά κηρύξει τό θαῦμα.Ὁ παπαΜιχάλης ἒδωσε ἑντολή: «τίς καμπάνες!» Μέρα Κυριακή, ὁ κόσμος  ἢξερε πῶς χτυποῦν οἱ καμπάνες. Μά τώρα ὁ ἦχος ἦταν διαφορετικός. Ἠχοῦσε παράξενα, δυνατά μά γλυκά. Ντάν, ντάν ντάν, κι ὅλες μαζί, μέ τό τάκ, μέ τό τσίν(σήμαντρα: τό ξύλινο(τάλαντο) καί τό σιδερένιο).  Σά Πάσχα, σά πανηγύρι, σά νά’πιασε ἐδῶ κοντά πυρκαγιά.

Ξύπνησε ὁ κόσμος πιό μπροστά ἀπ᾿ ὅ,τι ἂλλες Κύριακές. Γιατί συνήθως δέ ξυπνάει γιά τήν Ἐκκλησία, ὅπως παντοῦ. Οἱ πόρτες ἀνοιγόκλειναν. Οἱ γειτονιές κινήθηκαν ἀγουροξυπνημένες. Σχεδόν ὀχτώ ἡ ὥρα. Τί συμβαίνει; Γιατί ὁ Ἀχιλλέας κρεμάστηκε ἀπ᾿ τίς καμπάνες; Σέ λίγο ὁ Ναός τῶν ἁγίων Δημητρίου καί Στεφάνου   γέμισε. Ἓνας ψίθυρος, μιά βουή, ἀναπνοές καί κρυφές ματιές. ὅλοι σκυθρωποί. Περισσότερο ἀπό σοβαροί. Φαίνεται, μέ τήν εἲσοδό τους στό Ναό, ἒβγαλαν τά συνηθισμένα ροῦχα τῆς συνηθισμένης ἀκηδίας κι ἀφροντισιᾶς. Κάτι γίνεται! Μέ μάτια γουρλωμένα βλέπουν καί βλέπουν καί τελειωμό δέν ἒχουν. Ὁ Τάσος δυνάμωσε τή φωνή του. «Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς τῆς ἐρήμου τό ἂγονον ἐγεώργησας» Κύριε. «Μέ τή ροή τῶν δικῶν σου δακρύων, Κύριε,  μᾶς ξύπνησες ἀπό τόν  πνευματικό μας ὕπνο.  Σκάλισες λίγο τό ἀποξηραμένο μέσα μας χωράφι κι ἀρχίζει νά ἀποδίδει».

Ἐκεῖ, γύρω  ἀπό τό δεξιό ἀναλόγιο, μαζεύεται κόσμος πολύς. Μικρά παιδιά μέ  καθαρά μάτια βλέπουν, προπάντων αὐτά. Τώρα ὅμως βλέπουν καί οἱ μεγάλοι, σπεύδουν καί σπρώχνουν. Κάποιος πού πάντα ἀπό μακρυά καί εἰρωνικά θεωροῦσε τά ἐκκλησιαστικά πράγματα, «γιά τίς γυναικοῦλες», ὅπως ἒλεγε, τρέχει στό Ναό, εἶδε, γονάτισε καί...τροχάδην πίσω, στό σπίτι.

«Σηκωθεῖτε γλήγορα, κί τά πιδούδια. Γλήγορα στήν Ἐκκλησία νά δεῖτι τό Χριστό πού κλαίει». Συρροή σέ λίγο. Σιγανό, ἂλλης ποιότητας πανηγύρι. Ὅλη μέρα καί τήν ἂλλη καί τήν παράλλη.  Γεμάτη ἡ Ἐκκλησία, πρωί βράδυ. Παρακλήσεις, Ἑσπερινοί καί ἀγρυπνία κατανυκτική. Τό χωριό γιά μέρες, ἀκόμη καί τώρα, γεμάτο εὐσεβεῖς προσκυνητές. Λεωφορεῖα, κοῦρσες, κίνηση ἂλλου εἲδους. Ὁ  κόσμος, ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Νά δοξάσει τό Θεό. Νά δεῖ. Νά προσκυνήσει τό Χριστό καί μαζί τήν ἂλλη Εἰκόνα τῆς Παναγίας Ἐλεούσας πού κι Ἐκείνη στίς 8 Ὀκτωβρίου 1940 δάκρυσε. Αὐτός ὁ ὡραῖος κόσμος ὁ προδομένος ἀπό κείνους πού θἂπρεπε νά εἶναι πρωτοπορεία του, μά πού πᾶν νά τοῦ «χαλάσουν» αὐτή τήν πίστη, αὐτός ὁ κόσμος πού γεμίζει τό Ναό, τούς Ναούς, αὐτός πού θέλει νά γεμίσει τήν ψυχή του μέ τίς ἀείζωες ροές τῶν δακρύων τῆς Μεγάλης Ἀγάπης. Αὐτός ὁ ὂμορφος κόσμος, οἱ ταπεινοί προσκυνητές πού δέ χορταίνουν νά βλέπουν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τυλιγμένο στή συγκλονιστική ἐκείνη χαρμολύπη, πού σέ  συντρίβει μά καί σέ ἀνασταίνει μαζί. Τό μάτι Του...ἐκεῖνο τό θλιμμένο βαθύ θεικό κι ἀνθρώπινο μαζί μάτι Του...

  Σκέφτομαι: τά δάκρυα κάποτε στεγνώνουν. Λένε πώς καθαρίζουν τά μάτια.

Ἀπ᾿  τό πικρό στό γλυκύ. Ἀλλοῦ, τώρα, πάει τό μυαλό μου: γιατί στό χωριό μου; Τί σημαίνουν τά τόσα δάκρυα;  Τί θέλουν νά ποῦν; Ποιός νά μᾶς τό ἐξηγήσει;.Κάποιος τόλμησε κάτι νά πεῖ. Λάθος. Δέν ἐξηγοῦνται ὃλα.  Τό θαῦμα τό νοιώθεις ἢ ὂχι. Τό βλέπεις ἢ ὂχι. Τό ζεῖς ἢ ὂχι. Σέ πλημμυρίζει ἢ μένεις ἂδειος ὅπως πρίν. Τό θαῦμα δέ λέει. Τό θαῦμα σημαίνει. Τί ὅμως; Θέλει προφήτη νά μᾶς τό πεῖ, μά ποῦ προφήτης στούς καιρούς αὐτούς;  Ρώτησα ἕνα ἑξάχρονο κοριτσάκι:

   -Γιατί, Χρυσάνθη, κλαίει ὁ Χριστός;

   -Γιατί μᾶς ἀγαπάει, θεῖο!

ἒτει σωτηρίω 2001, δεκάτη τετάρτη μηνός Ὀκτωβρίου, ἡμέρα Κυριακή λίαν πρωί.

 

Τό κείμενο γράφτηκε τήν ἑπόμενη τοῦ ὂντως μεγάλου αὐτοῦ γεγονότος-θαύματος

 

 

 

designed by: Κώστας Χριστοδούλου